Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Οι αφανείς μου ήρωες ακόμη συνεχίζουν...


   Πέρασε ένας χρόνος και τέσσερις μήνες από τότε κι όμως η εικόνα του μέσα μου έμεινε το ίδιο έντονη όπως τότε. Χαράχτηκε βαθιά μες την ψυχή μου με ανεξίτηλο μελάνι. Δεν αναφέρομαι πλέον σ' αυτόν. Ποιος άλλωστε να τον θυμάται? Μας έχει τόσο ρουφήξει η καθημερινότητα και τα προβλήματά μας τα οποία προσπαθούμε ο καθένας με τον δικό του τρόπο να ξεπεράσει... Η εικόνα του ξεθώριασε μες το μυαλό των ανθρώπων. Όχι όμως και στο δικό μου μυαλό. Καμιά φορά, σκέφτομαι πως ακόμη και alzheimer να πάθω, κάτι που διόλου δεν το αποκλείω εδώ που έφτασα, εγώ και πάλι θα τον σκέφτομαι και θα του μιλώ με απαλή φωνή μην τύχει και μου φοβηθεί, μην τύχει και τρομάξει. Τι κι αν δεν τον γνώρισα ποτέ στη διάσταση αυτή που ονομάζουμε ζωή? Γνωριστήκαμε κάπου αλλού. Εκεί όπου τον τοποθέτησα κι έτσι από τότε κάνουμε παρέα αρκετά συχνά θα έλεγα. Κάθε που μένω μόνη μου τον επισκέπτομαι, του σιγοτραγουδάω και σκαρφίζομαι διάφορα παραμύθια να τα ταιριάξω με τη σύντομη ζωή του. Η κόκκινή του μπλουζίτσα και το μπλε παντελονάκι του χρωματίζουν το κλειστό θεοσκότεινο δωμάτιο του μυαλού μου όπου τον έβαλα για να στεγνώσει και να ξαποστάσει. Να βρει μια γωνιά να κατοικίσει.
   Ένας χρόνος πέρασε από τότε που η εικόνα του με οδήγησε εκεί όπου η τραγωδία δεν έλεγε να πάρει τέλος. Δέκα ημέρες μοναχά κατάφερα να μείνω. Όχι παραπάνω. Μα για ΄μένα δεν ήταν απλά πάρα πολλές. Ήταν... Ήταν πάνω από τις δυνάμεις μου τελικά.
   Έχασα πολλά πέρσι τέτοιον καιρό. Έχασα τις χαρούμενες και πολύχρωμες γιορτές των Χριστουγέννων, έχασα κάτι από τον εαυτό μου, έχασα το στοίχημα που έβαλα μαζί του...!!!
Αν ο κόσμος περίμενε από εμένα να τον σώσω, ακόμη πιο βαθιά θα τον βούλιαζα...
   Είναι όμως και κάποιοι άλλοι ευτυχώς που είναι φτιαγμένοι από γερό υλικό κι αντέχουν. Τους βρήκα εκεί κι εκεί ήταν από την αρχή όπου ξεκίνησε όλο αυτό το κακό. Άπλωσαν το ευλογημένο τους το χέρι και βοήθησαν. Εκεί τους άφησα και όταν έφυγα. Εκεί είναι ακόμη και συνεχίζουν να απλώνουνε το χέρι τους δίχως να νοιάζονται για την τροπή που πήραν στην πορεία τα πράγματα... 
   Είναι η ανέχεια εκείνη που αλλάζει τον άνθρωπο. Και τον σμιλεύει ανάλογα με το υλικό του. Άλλους τους κάνει ομορφότερους απ' ότι είναι, άλλους τους ασχημίζει. Και δεν μπορείς κανέναν να κατηγορίσεις γι' αυτό που στην πορεία γίνεται. Οι αντοχές του καθενός είναι που παίζουν ρόλο και τα βιώματά του. 
   Δεν θα γράψω κάτι άλλο. Θα αντιγράψω και πάλι από το προφίλ μου στο fb γιατί θέλω να σας συστήσω μερικούς Ανθρώπους που είχα την τύχη, ή καλύτερα την ευλογία, να συναντήσω στη ζωή μου. Έστω και για δέκα μόνο ημέρες... 

                            Ανάρτηση από το προφιλ μου στο fb στις 7 Ιανουαρίου 2016 :

   "Ελάτε να σας ξεναγήσω στο ΠΙΚΠΑ Μυτιλήνης, έναν χώρο με πολύύύύύ θετική ενέργεια και να σας συστήσω :
Από ΄δώ όλοι οι ηλεκτρονικοί μου φίλοι, κι από ΄δω οι αφανείς μου ήρωες : 
Vlasios Diamantidis : "Ο προσωπικός μου οδηγός". Θα μπορούσα να πω πως από την πρώτη στιγμή που συναντηθήκαμε με πήρε "υπό την προστασία του". Είναι ο Άνθρωπος που αφήνει στην άκρη τα όποια προβλήματα υγείας του και τρέχει όλη την ημέρα τους συνανθρώπους του στους γιατρούς, και όχι μόνο!
Celina Kyriakou : Είναι αυτή που η αύρα της με τύλιξε από την πρώτη μας χειραψία. Καθημερινή παρουσία (!) στο ΠΙΚΠΑ. Ξακουστή σε όλα τα camp Μυτιλήνης για τη θεσπέσια μαγειρική της και για ... την Ανθρωπιά της. Θα ήθελα ατελείωτο χρόνο μαζί της. Αυτή να λέει κι εγώ να γράφω για όσα έζησε και για όσα ίσως να νιώθω και ευλογημένη που εγώ δεν έζησα. Ακούραστη και αεικίνητη πρόσφερε πολλά με την παρουσία της από την αρχή, είναι όρθια, συνεχίζει και θα συνεχίζει να προσφέρει! 
Κατερίνα Χατζηδημητρίου η υπέροχη βοηθός της Σελίνας και στενή της φίλη. Είναι αυτή η οποία έκλεβε χρόνο από την οικογένειά της προκειμένου να βρεθεί (όταν της ήταν δυνατόν) στο ΠΙΚΠΑ. Δυστυχώς λείπει από το βιντεακι. 
Barbara Papadopoulou : Είναι αυτή της οποίας η τρέλα ταιριάζει απόλυτα στη δική μου τρέλα! Είναι αυτή που με την συνεχή μετακίνησή της βρίσκεται παντού για να γνωρίσει προσωπικά την ιστορία των αριθμών ΠΟΥ ΣΥΜΒΑΊΝΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ Δυστυχώς και αυτή δεν είναι στο βιντεάκι. Σε κάποια συζήτησή μας μου είπε τι σκέφτεται να κάνει στο μέλλον και για μια στιγμή σκέφτηκα κι εγώ, πως θα ήμουν ευτυχής αν μπορούσα να την ακολουθήσω και να μοιραστώ τις εμπειρίες της. 
Salam Simof ο φοβερός ροκάς-βασιλιάς του χώρου των πλυντηρίων. Όλα τα άπλυτα περνούν από το χέρι του και δεν επιτρέπεται σε κανέναν να εισβάλλει στο χώρο των πλυντηρίων, το βασίλειό του! 
Πάμελα Όρμπακ : Η υπερκινητική Παμ! Πανταχού παρούσα στην κουζίνα να κυνηγά τους πάντες με την ουσιαστική "εμμονή" της για ανακύκλωση και για μια τάξη όπως αυτή την κατανοούσε στο χώρο!
Κωνσταντίνος Κέϊντελ : Παρατούσε ό,τι κι αν έκανε λίγο πριν το φαγητό, και με καταπληκτική ταχύτητα και μαεστρία έφτιαχνε για τους βετζετέριανς εθελοντές ανεπανάληπτες, υπέροχες σαλάτες!
Λάζαρος Ιωαννίδης : Βοηθός και αυτός της Σελίνας (καταπληκτικό δίδυμο) του οποίου ακόμη και τα ολοσχερώς καμένα μελομακάρονά του, έγιναν ανάρπαστα! Δυστυχώς και αυτός λείπει από το βιντεάκι,
Γιάννης : Τα χέρια του οποίου σήκωναν ότι δεν μπορούσα εγώ να σηκώσω! Ήταν πάντα εκεί όταν τον χρειαζόμουν για τα "βαριά" και για τις "αγγαρείες". 
Δήμητρα : Η νοσοκόμα του ΠΙΚΠΑ η οποία εμπιστεύτηκε σε ΄μένα και τη Λεμονιά την τακτοποίηση της αποθήκης προμηθειών. Έτρεχε από σκηνή σε σκηνή συνέχεια προκειμένου να βοηθήσει όποιον την χρειαζόταν. Και δεν ήταν λίγοι... Δυστυχώς δεν είναι και αυτή στο βιντεάκι.
Σοφία : Μια από τις υπεύθυνες στην αποθήκη ρουχισμού, η οργανωτικότητα της οποίας με κέρδισε από την πρώτη στιγμή. Προσπαθεί να βάλει τάξη σε ρούχα τα οποία θα μπορούσαν να ντύσουν ολόκληρη πόλη!

Και τώρα σας ρωτώ. Τι θα μπορούσα να γράψω και να σας μεταφέρω από τις εικόνες που συσσωρεύτηκαν εντός μου από αυτό το ξεχωριστό "ταξίδι" που έκανα στο νησί δίχως να ξέρετε τα πρόσωπα, τους χώρους, τους δρόμους και τους τόπους όπου κινείται και κάνει λειτούργημα ένα μελίσσι το οποίο απαρτίζεται από ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ όπως αυτοί? 
Παρεξηγήθηκα, ευτυχώς από λίγους, για την επιλογή μου να μην μοιραστώ με εξιστορήσεις αυτήν μου την εμπειρία. Δεν μου άρεσε που ήμουν φειδωλή σε όσους με ρωτούσαν, μα πως μπορείς να μοιραστείς όταν ο ακροατής σου δεν έχει εικόνες? Και δεν εννοώ τις εικόνες που μας πασάρουν τα ΜΜΕ.
Ήθελα να περάσω την αισιόδοξη εικόνα της τραγωδίας που με τόση βία εισέβαλε στη ζωή μας τους τελευταίους μήνες και δεν ήξερα με ποιο τρόπο να το κάνω γι' αυτό επέλεξα να μην ξαναμιλήσω γι' αυτό το ταξίδι.Το βιντεάκι όμως αυτό με βοήθησε να πω αυτά που ήθελα να πω.
Τα κακώς κείμενα που έζησα και όσοι δεν μου άρεσαν ως άνθρωποι, απλά ... τα / τους διέγραψα από τη μνήμη μου και πιστέψτε με αυτό γίνεται χωρίς καθόλου να κοπιάσω.

Πλούσια. Πολύ πλούσια μετά την γνωριμία μου μαζί μας αφανείς μου ήρωες!!! 
Σας ευχαριστώ... "


Υ. Γ. (Ξανά για εμπέδωση) :       Είναι η ανέχεια εκείνη που αλλάζει τον άνθρωπο. Και τον σμιλεύει ανάλογα με το υλικό του. Άλλους τους κάνει ομορφότερους απ' ότι είναι, άλλους τους ασχημίζει. Και δεν μπορείς κανέναν να κατηγορίσεις γι' αυτό που στην πορεία γίνεται. Οι αντοχές του καθενός είναι που παίζουν ρόλο και τα βιώματά του. 


ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ.

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2016

Αερολογίες


       Πάνε μέρες τώρα που έχω την αίσθηση πως τα πάντα γύρω μου κυλούν με πολύ αργούς ρυθμούς. Είναι σα να "παγώνει" ο χρόνος μου σε κάθε δευτερόλεπτο για ώρα. Έχω την πολυτέλεια να παρατηρώ, σα να είναι η πρώτη μου φορά, το πέσιμο των φύλλων από τα δέντρα. Όχι πως δεν το έκανα κι άλλοτε. Μα να. Τώρα είναι σα να τα βλέπω με ... άλλα μάτια. Δεν φεύγει το μυαλό στα τετριμμένα της καθημερινότητας όπως συνήθιζε πριν να κάνει παρατηρώντας παρόμοιες εικόνες. Μπορώ και εστιάζω στη στιγμή. Και είναι σα να "ζουμάρω" σε ότι τραβά την προσοχή μου και να τη ζω σε slow motion. Κι αυτό θαρρώ πως λέγεται ευτυχία...



     Σήμερα, παρατηρώντας δεκάδες φύλλα να πέφτουνε συγχρόνως από τα δέντρα, με τον αέναο χορό τους, χωρίς συγχρονισμό μα σε τέλεια μεταξύ τους αρμονία, αναρωτήθηκα αν θα ήθελα να ήμουν κι εγώ για μια στιγμούλα ένα φύλλο που αφήνεται στο φύσημα του ανέμου για να αποκολληθεί απαλά από το κλαδί που το δένει με τη ζωή και απαλά να ακουμπήσει το μηδαμινό του βάρος πάνω στο χώμα όπου το περιμένει ο θάνατος. Ζωή που κλείνει τον κύκλο της αθόρυβα, σε δευτερόλεπτα, μα με παρέα τ' άλλα φύλλα γύρω του που έχουν την ίδια αρχή, μέση και τέλος και το ίδιο νόημα ύπαρξης...

   Δεν χρειάστηκε προσπάθεια καμιά ο λογισμός και πάλι για ν' αλλάξει ρότα, επιμηκύνοντας έτσι άθελα κι αναίτια, ακόμη περισσότερο τον στάσιμό μου χρόνο.


    Κι αφού ο νους είναι πετούμενο που σε κλουβί δε μπαίνει, η μια σκέψη μου μιαν άλλη σκέψη έφερε κι αναρωτήθηκα αν ήμουν κάτι άλλο τι θα ΄θελα να γίνω.  

      Λοιπόν αν ήμουνα λουλούδι, θα ήθελα μια παπαρούνα να γινόμουν. Πάντα με μάγευε με ένα μυστήριο τρόπο ετούτο το τόσο συνηθισμένο και απλοϊκό αγριολούλουδο που μετρά λίγες ημέρες μόνο ζωής. Ίσως για άλλους που γυρεύουν ευωδιές και εξωτική ομορφιά απ’ τα λουλούδια να είναι ένα ασήμαντο μικρό λουλούδι που αδιάφορα το προσπερνούν και δίχως να διστάσουν το τσαλαπατούνε αν τύχει. Για ΄μένα όμως η παπαρούνα είναι μια έντονη παρουσία στους αγρούς, το κόκκινο χρώμα της οποίας είναι απόλυτα συνυφασμένο στο μυαλό μου με τον παθιασμένο έρωτα που γεννιέται με την άνοιξη σ΄ όλα τα ζωντανά της φύσης. Είναι κι αυτή η προκλητική απλότητά της που πολλές φορές έκλεψε χρόνο από το χρόνο μου προσπαθώντας να ανακαλύψω τι ακριβώς είναι αυτό που μαγνητίζει πάνω της το βλέμμα μου.
        Κι αν βοτανολούλουδο μου λέγαν να διαλέξω για να γίνω, όχι δεν είναι το χαμομηλάκι αυτό που θα επέλεγα, μα η λεβάντα. Κι αυτό γιατί μπορεί στο πέρασμα του χρόνου να χάνει το υπέροχό της χρώμα, μα το άρωμά της το κρατά ολοζώντανο και διάχυτο το αφήνει μέσα στα σκοτεινά συρτάρια του χειμώνα.
     Αν πάλι ήμουνα νερό, λίμνη δεν θα ΄θελα με τίποτα να γίνω. Θα ΄θελα από πηγή ψηλού βουνού να ξεκινήσω το ταξίδι μου και σε απύθμενους ωκεανούς να καταλήξω. Να μπερδευτώ με τα βαθιά τους τα νερά και να αφηγηθώ όσα θα αποκόμιζα από το ανεπανάληπτο ετούτο το ταξίδι. Να διηγηθώ την ομορφιά που θα αντίκρυζα από ψηλά καθώς επίσης και την ομορφιά που με την παρουσία μου θα ντύνονταν η φύση με το πέρασμά μου. Να έχω να λέω και για τον θόρυβο. Ναι, τον θόρυβο που σκόπιμα θα έκανα στην κάθοδό μου απ' τα βουνά και από τους κάμπους καθώς θα προχωρώ με άλλοτε σταθερή κι άλλοτε βίαιη ροή στον τελικό προορισμό μου, τη θάλασσα. Θόρυβο που  απώτερο σκοπό θα έχει να ξορκίσει το στοιχείο της φωτιάς γιατί διόλου δεν μου αρέσει που ύπουλα παραφυλάει και καρτερικά προσμένει μια ευκαιρία να του δοθεί για ν' αφανίσει τη ζωή κι όλα τα χρώματα της φύσης αφήνοντας αποκαϊδια μοναχά στο πέρασμά του. 
      Στο ζωικό βασίλειο αν γεννιόμουνα, θα ΄θελα σαν πουλί να γίνω γλάρος. Όχι όμως ένας γλάρος κοινός σαν τους γλάρους  που ο κόσμος όλος ξέρει. Αλλά ένας γλάρος ασυνήθιστος, παράξενος κι αταίριαστος πολύ με τους υπόλοιπους τους γλάρους. Φωλιά θα έχτιζα, όχι σιμά στη θάλασσα, μα στων βουνών ψηλά τα βράχια τα απροσπέλαστα και αετίσιο θα είχα μάτι για ν’ αγναντεύω όλα τα πέλαγα από τη φωλιά μου. Κι αν η πεθυμιά για ακτές γεννιόταν μέσα μου και θέριευε, δύσκολο δεν θα ήταν στο απέραντο γαλάζιο για να φτάσω. Θα ΄χα και όνομα ανθρώπου και ας ήμουνα γλαρόπουλο. Κι αυτό ασυνήθιστο θα ήταν, όπως κι εγώ ασυνήθιστος θα ήμουν γλάρος. Ιωνάθαν θα με φώναζαν τ΄ άλλα πουλιά κι ας μην ταιριάζει τ' όνομα αυτό στη γυναικεία μου τη φύση.
    Σαν ζώο δε, που στη στεριά το πάτημά του ίχνη αφήνει, άλογο θα ΄θελα να γίνω. Ελεύθερο κι αγέρωχο να τριγυρνώ στα όρη και στα καταπράσινα λιβάδια. Και με του ανέμου την ταχύτητα συχνά να παραβγαίνω. Αυτό θα ήταν και το αγαπημένο μου παιχνίδι. 
      Τέλος αν μέσα στη θάλασσα μου λέγανε να ζήσω, θα διάλεγα δελφίνι για να γίνω. Και μη ρωτήσεις το γιατί. Το ξέρεις ήδη όπως κι εγώ το ξέρω.
      Τώρα αν πλανήτης θα μπορούσα να γεννηθώ, τίποτα άλλο εκτός από τον ήλιο δεν θα ΄θελα να γίνω. Κι όχι για να λάμπω, να ξεχωρίζω και την έντονη την παρουσία μου όλοι με την ανατολή να περιμένουν. Ήλιος θα ήθελα να γίνω μονάχα για να ρίχνω φως άπλετο και να διαλύω τα σκοτάδια αυτού του κόσμου. Και για έναν ακόμη λόγο : για να μπορώ με τις ζεστές ακτίνες μου κάποιων ανθρώπων τις ψυχρές καρδιές λιγάκι να ζεσταίνω. 
     Τέλος σαν αντικείμενο, βιβλίο θα επέλεγα να γίνω. Ένα βιβλίο ευκολοδιάβαστο που παλιακό θα καταντούσα έτσι όπως από το ένα χέρι σε άλλο χέρι θα περνούσα. Θα φθείρονταν  το εξώφυλλο και οι λιγοστές σελίδες μου από το διάβασμα γιατί με τρόπο κατανοητό κι εύκολο θα μιλούσα για  αγάπη. Κι όχι με λόγια περίπλοκα και πλάνα που λόγια μένουνε και ποτέ πράξεις δεν πρόκειται να γίνουν. Ούτε με φλυαρίες και με τα λόγια εκείνα που οι πολλοί δεν τα καταλαβαίνουν. Μονάχα με λόγια απλά, πολύ απλά τις λιγοστές σελίδες μου θα γέμιζα, από αυτά που τα παιδιά κατανοούνε και τα τραγούδια τους ταιριάζουν.
Ίσως τότε, σαν άψυχο αντικείμενο, σαν ένα βιβλίο δηλαδή αγάπης, που όλοι, μικροί μεγάλοι, θα μπορούσαν να διαβάσουνε και να κατανοήσουν, ίσως τότε να είχα κι εγώ μια δύναμη λίγο τον κόσμο αυτόν ν’ αλλάξω βάζοντας έτσι  ένα μικρό δικό μου λιθαράκι.

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016

" Γιατί όχι? Εσύ? Μ' αγαπάς? "

    "Μαθαίνω πολλά από την μικρή μου κόρη. Πάρα πολλά. Και χαίρομαι γιατί έτσι έχει μια γέφυρα για να μην αποκοπεί τελείως ο παλιομοδίτικος κόσμος όπου επιμένω να ζω και ο οποίος είναι είδος προς εξαφάνιση και προϊόν κοροϊδίας για τους νεότερους.
    Μαθαίνω και καινούριες λέξεις. Ναι! Όπως ας πούμε την λέξη "λαγκάρω" (συγχωρήστε με, δεν ξέρω πως γράφεται).
    Λοιπόν όσο κι αν σνομπάρω τη νέα γλώσσα των παιδιών, αυτή τη στιγμή νιώθω πως με εκφράζει απόλυτα η συγκεκριμένη λέξη.
    Έχω "λαγκάρει". Πολύ. Τουτέστιν : "κόλλησα άσχημα"... (το μυαλό μου. Όχι εγώ σε κάποιο σημείο της πορείας της ζωής μου).
    Ναι. Κόλλησα, κι εγώ και οι δυο μου κόρες που υποτίθεται πως ζουν στην εποχή τους και που ποιο εύκολα προσαρμόζονται στη δυσανάλογη και την "απάνθρωπη" για 'μενα πορεία της όπου πορευεται.
    "Λαγκάραμε" λοιπόν και οι τρεις μας για το 17χρονο κορίτσι που τα τελευταία 24ωρα βασανίζει το μυαλό όλων των Δραμινών, όλων των Ελλήνων, όλων των συνειδητοποιημένων γονιών. Εκείνων των γονιών που, ένα παιδί δεν "έτυχε", αλλά πέτυχε την κατάλληλη στιγμή να κάνει την εμφάνισή του για να τους ολοκληρώσει σαν οντότητες και για να αλλάξει το νόημα της ζωής τους!
    Και αν "λαγκάρει" τελικά κάπου το δικό μου το μυαλό, σημαίνει πως δεν βοηθά τίποτα να "ξελαγκάρει". Ούτε μια βραδινη εξοδος με εκλεκτούς φίλους, ούτε ακουγοντας και τραγουδώντας αγαπημενα τραγούδια, ούτε καν, πίνοντας τρία ποτήρια κόκκινο κρασί.
    Ειδικά όταν οι συνειρμοί που κάνει με φέρνουν πρόσωπο με πρόσωπο με μια 17χρονη οπτασία που μόλις δύο μήνες μετρω από το χρόνο της γνωριμίας μας.
    ...
    Ας μείνουν ανοιχτές οι αγκαλιές μας για όλα τα 17χρονα και τα 16χρονα και τα 15χρονια και για όλα τα (χ)χρονα παιδιά.
    Ας είμαστε συνειδητοποιημένοι όταν αποφασίζουμε να φερουμε στον κοσμο ενα παιδι. Γιατι ο ερχομός ενός παιδιού δεν γινεται για να γεμίσει την άδεια κατά τ' άλλα ζωή μας, αλλα για να πάει εμας ενα βήμα ποιο μπροστά προφεροντας του τον οθι ωελτιωνεβο εαυτό. Μσε αποκλείοντας ταυτόχρονα το γεγονός πως για να γεμίσουμε τα δικά μας κενά δεν θα επιδιώξουμε να αδειάσουμε τη δική τους την ψυχούλα...
    Μπορείς 17χρονε Άγγελε να βάλεις ένα "Χ" στο χθες και να ξεκινήσεις να χτίζεις το δικό σου αύριο... Όπως εσύ ονειρεύεσαι και θέλεις...
    Μπορείς! Απλά, πίστεψέ το!
    Χ

    (Ανάγκη να τα πω, έστω και ... στον αέρα) "

    (http://www.psychologynow.gr/psychology-in-our-life/personality/2473-afhnontas-pisw-thn-enoxoipoihsh.html)

    https://www.youtube.com/watch?v=lzt-m-UXtK8


    Αυτή ήταν μια ακόμη ανάρτηση που έκανα στο προφιλ μου στο fb. Είπαμε. Κόντρα στο ρεύμα κι εδώ. Δε νιώθω την ανάγκη να μεταφέρω αναρτήσεις από το blog μου στο fb, εκτός από μικρά αποσπασματάκια τα οποία για συγκεκριμένο λόγο και σκοπό, με αντιγραφή και επικόλληση αναρτώ στο fb. Νιώθω όμως αρκετές φορές την ανάγκη να μεταφέρω τις εκεί αναρτήσεις μου σ' αυτόν το χώρο, αφενός για να τις ξεδιπλώσω λίγο ακόμη και αφετέρου για να τις στεγάσω να μην τις πάρει ο άνεμος. Το άφησα αχτένιστο το κειμενάκι που έγραψα αν και διαβάζοντάς το ξανά βρήκα πως σε ορισμένα σημεία δεν είναι κατανοητό και σε ένα σημείο τα γράμματα είναι ... απλά γράμματα μπερδεμένα. Λίγο η πληκτρολόγηση στο κινητό, λίγο το τρίτο ποτηράκι κόκκινο κρασί (σε κρυστάλλινο ποτήρι), λίγο μια όμορφη βραδιά που πάνω της έπεφτε η σκιά ενός αγνώστου παιδιού... Ε, δε θέλω και πολλά  για να  μεταμορφώσω τις μικρές και ασήμαντες σκέψεις μου σε ασυνάρτητες σκέψεις...

    Ο λόγος λοιπόν που έκανα την παραπάνω ανάρτηση ήταν ένα γεγονός που με συγκλόνισε όπως συγκλόνισε όλη την τοπική κοινωνία της Δράμας. (http://www.efsyn.gr/arthro/ena-koritsi-dyo-viasmoi-polles-apoysies).

    Σήμερα, και δυο μέρες μετά από την ανάρτηση που έκανα στο fb, με σταματούν στο δρόμο για να μου πουν πως ταυτίζονται με ότι έγραψα. Κι αναρωτιέμαι τελικά τι φταίει αφού λίγο πολύ όλοι ενστερνίζονται τις απόψεις μου γύρω από το συγκεκριμένο θέμα. Είναι όμως και οι άλλοι, ελάχιστοι ευτυχώς, που με σταματούν για να μου πουν πως διάβασαν την ανάρτησή μου και πως τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως τα φαντάζομαι, ρομαντικά. Πως το κορίτσι πήγαινε γυρεύοντας και πως κάποια στιγμή ο δρόμος που πήρε κάπου άσχημα θα την έβγαζε.
    Και τότε σταματώ να αναρωτιέμαι τι φταίει. Έστω κι ένας, σκέφτομαι, κάνει τη διαφορά. Όσο θετικά κι αν σκέφτεται το σύνολο των ανθρώπων. Κι αυτός ο ένας, δεν είναι αυτός που θα σκύψει πάνω από το πρόβλημα να δει από που πηγάζει αυτή η ανάγκη των παιδιών να γεμίσουν τα κενά που έχουν με το εύκολο και ανούσιο sex, με ποτό και με ουσίες. Δεν είναι αυτός ο αυριανός γονιός που θα αγκαλιάσει και θα πει "είμαι εδώ αν με χρειαστείς", δεν είναι αυτός ο άγνωστος που θα πονέσει έστω κι από απόσταση και θα προβληματιστεί.
    Αυτός ο ένας λοιπόν, είναι αυτός που θα εγκαταλείψει, θα περιοθωριοποιήσει κι εύκολα θα κατηγορήσει και θα κρίνει. Και αυτός ο ένας, θα παρασύρει στην αρνητική του σκέψη κι άλλους μίζερους και ανασφαλείς για να μπορέσει να καλύψει την δική του τη μιζέρια και ανασφάλεια.



    Υ.Γ. Η 17χρονη οπτασία στην οποία αναφέρομαι, έχει κι αυτή ένα "γυάλινο βλέμμα". Στην ερώτηση " ΓΙΑΤΙ? " κάποιας κυρίας που τη γνωρίζει εδώ τέσσερα χρόνια, και ναι μεν νοιάζεται γι' αυτήν αλλά τίποτα δεν μπορεί να κάνει γιατί και η ίδια κουβαλά ένα δυσβάσταχτο σταυρό, απάντησε :
    "Γιατί όχι?
    Εσύ?
    Μ' αγαπάς?"



Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2016

Για ΄σένα άγνωστε/η ποιητή/ποιήτρια!



Άγνωστέ μου ποιητή
Έλα.
Σου ανοίγω διάπλατα την πόρτα της καρδιάς μου να περάσεις.
Πες μου τι θα ΄θελες να μάθεις από τη ζωή μου
κι εγώ, δίχως κανένα δισταγμό θα ανταποκριθώ
στο κάλεσμά σου.
Πάρε μολύβι και χαρτί και φτιάξε ερωτήσεις.
Με θάρρος θα σου απαντώ κι εσύ θα καταγράφεις
Γιατί την έκθεση δεν την φοβήθηκα ποτέ μου εγώ
άγνωστε ποιητή.

Δεν με τρομάζει της ψυχής μου το ξεγύμνωμα όπως εσένα σε τρομάζει.
Εσένα που κρύβεις τη δική σου τη ζωή πίσω από τις ζωές των άλλων.
Είναι δικά μου τα βιώματα και οι πληγές δικές μου είναι.
Κι αν δεν μπορείς ούτε στιγμή να νιώσεις ότι ένιωσα, σου δίνω
απλόχερα την άδεια να τα αφουγκραστείς. Να τα υιοθετήσεις.
Όλα...
Και να τα μοιραστείς.
Με όλους τους αναγνώστες σου
που σε ακολουθούν και σε διαβάζουν.
Με όλους τους θαυμαστές που τις εικόνες σου
δίχως οικονομία τους προσφέρεις...
Mε όλους εκείνους που τα βιώματά σου νιώθουν ότι κρύβεις και φειδωλά τους δίνεις.

Έλα. Και κάνε αθάνατη την αλλοτινή και τωρινή ζωή μου.
Και δίδαξε εσύ μέσα από την πένα σου
πως τα βιώματα κοινά είναι για όλους τους ανθρώπους.
Κι ας μην τολμούν να τα αποδεχτούν και να τα ομολογήσουν.

Βοήθησέ τους αν μπορείς με τα γραφόμενά σου
να αντέχουνε τον πόνο τους και τις πληγές να κλείνουν
με της ψυχής τη δύναμη που διαθέτουν.
Με εκείνη τη δύναμη που δεν γνωρίζουν ότι έχουν.
Βοήθα τους, όπως κι εμένα κάποιος άλλος Ποιητής
με ΄χει βοηθήσει ποιητή μου...

("Εκτελώντας" την ποίηση και στραγγίζοντας το άλικο το χρώμα από ένα ποτήρι του κρασιού. Κρυστάλλινο.)

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Αναμνήσεις. Μπερδεμένες, χωρίς άκρη κι αρχή.

   Απεχθάνομαι τις γάτες. Τις έχω συνδέσει με κάτι δαιμονικό. Θα ΄μουν δε θα ΄μουν 7-8 χρόνω όταν ένα καλοκαιριάτικο βράδυ που έβρεχε καταρρακτωδώς, μια γάτα σκαρφάλωσε στο μπαλκόνι μου και κάθισε πάνω στο αγιόκλημα που ήταν έξω από το παιδικό μου δωμάτιο. Δεν ξεχώριζε η σιλουέτα της μέσα στο πυκνό σκοτάδι μιας και η φυλλωσιά του αγιοκλήματος ήταν πυκνή κι εκείνη. Κάποια στιγμή έπεσε μια αστραπή, τρόμαξε η γάτα, τέντωσε την ουρά της, καμπούριασε με το γνωστό τρόπο το σώμα της και σηκώθηκε το τρίχωμά της όρθιο. Η δυνατή και τσιριχτή φωνή της, αποτέλεσμα προφανώς του ξαφνιάσματός της και του τρόμου της από την αστραπή, ήταν τόσο διαπεραστική που έκανε όλο μου το είναι να ανατριχιάσει.
   Αυτήν τη σκηνή, που για δευτερόλεπτα κράτησε, όσο δηλαδή κράτησε ο θόρυβος και η λάμψη της αστραπής, έτυχε να την δω όπως ήμουν κουλουριασμένη, από φόβο κι εγώ στο κρεβάτι μου και να την μεγεθύνω μέσα στο μυαλό μου μετατρέποντάς την αυτοστιγμεί σε θρίλερ που παιζόταν ακριβώς έξω από το παιδικό μου δωμάτιο.
   Έγινε μάλιστα και αιτία για πολλά ξενύχτια κάθε φορά που η βροχή συνοδευόταν με αστραπές και κεραυνούς. Ακόμη και σήμερα σε πολλές καλοκαιρινές νυχτιάτικες μπόρες έρχεται η σκηνή εκείνη μπροστά στα μάτια μου και δεν το κρύβω, καμιά φορά, ανάλογα τις καιρικές συνθήκες του εσωτερικού μου κόσμου, με αναστατώνει.
   Επίσης θεωρώ πως οι γάτες είναι λίγο ατομίστριες και λίγο κακές αν κρίνω από αυτά που ακούω και τυχαίνει καμιά φορά να διαβάσω. Ευελπιστώ πως την προσωπική μου αυτή άποψη δεν την συμμερίζονται πολλοί.
   Σπάνια αναφέρομαι στα συναισθήματα που τρέφω για τις γάτες γιατί δεν αφορούν κανέναν, μα όταν τυχαίνει να αναφερθώ για κάποιο λόγο όπως τώρα καλή ώρα, πάντα ζητώ συγνώμη από τους τυχόν φιλόζωους που ίσως με παρεξηγήσουν. Μα τι να πει κανείς? Τα παιδικά τραύματα δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα να τα αποτινάξουμε από την σκέψη, από την ψυχή, από τη ζωή μας. Και την παραπάνω σκηνή άνετα την κατατάσσω σε ένα παιδικό μου τραύμα. Η διάσταση που πήρε στο μυαλό μου παραμένει αναλλοίωτη, δεν μειώθηκε καθόλου με την πάροδο των χρόνων.   
   Τώρα για κάποιο συγκεκριμένο λόγο αναφέρθηκα στην παραπάνω σκηνή θρίλερ που παίχτηκε έξω από το δωμάτιο των παιδικών μου χρόνων. Ο λόγος λοιπόν που αφιερώνω χρόνο από το χρόνο μου να γράψω κάτι για τις γάτες που διόλου δεν συμπαθώ, είναι γιατί εδώ κι ένα μήνα, καμιά φορά, συχνά θα έλεγα, σκέφτομαι τι να απέγινε το μικρό γατάκι με τα πανέξυπνα ματάκια σε εκείνο το ξεχασμένο από το χάρτη και τους ανθρώπους χωριό με τα δέκα σπίτια, όπου βρέθηκα με την παρέα μου. Εκείνο το γατάκι που για κάποιο λόγο μου θύμισε τον εγγονό μου έτσι μικρούλι, ζωηρό, παιχνιδιάρικο και χαριτωμένο καθώς ήταν. Για όση ώρα βρέθηκε κοντά μας το έβλεπα από μακριά και το χαιρόμουν. Η εικόνα του με παρέπεμπε στη μικρή γλυκιά μου ηχορύπανση και χαμογελώντας συνέχεια έκανα συγκρίσεις άθελά μου για όλα τα θαύματα (βλ. μωρά) που η ζωή χαρίζει σε ανθρώπους και ζώα. Κάθε φορά όμως που με πλησίαζε αποτραβιόμουν και με δυσκολία συγκρατούσα τη φωνή μου  βλέποντας την απόσταση ασφαλείας μεταξύ μας  να μειώνεται επικίνδυνα. Ανατρίχιαζε και πάλι ολόκληρο το είναι μου στη σκέψη και μόνο πως θα με ακουμπούσε. Κατάλοιπο κι αυτό από τα μικράτα μου μετά από την προαναφερόμενη σκηνή θρίλερ.
   Κάποια στιγμή, αφού έπαιξε αρκετά με τους φίλους, εξαφανίσθηκε και έτσι άρχισα κι εγώ να χαλαρώνω. Και φυσικά θα ήταν ακόμη ένα μικρό γατάκι που θα ξεχνούσα όπως τόσα άλλα, αν δεν το ξαναέβλεπα μετά το τέλος της υπέροχης εκείνης ημέρας. Η τελευταία όμως εικόνα από εκείνο καθόλου δεν έμοιαζε σ' αυτήν που πριν μου προκαλούσε, από απόσπαση ασφαλείας, ένα αίσθημα ευφορίας και νοσταλγίας για την μικρή μου ηχορύπανση. Φεύγοντας λοιπόν από το παραμυθένιο και μέσα στο δάσος κρυμμένο χωριό όπου βρεθήκαμε, το ξαναείδαμε και η εικόνα του έσβησε με μιας όλες τις ξέγνοιαστες και υπέροχες στιγμές της ξεχωριστής εκείνης μέρας μου.
   Κείτονταν τώρα ξαπλωμένο, αδύνατο να κουνηθεί και με το στοματάκι του βαμμένο με εκείνο το άλικο το χρώμα που φέρνει θλίψη και πόνο. Και νιαούριζε τόσο σιγανά κι αδύναμα που ήθελες να κλείσεις τ' αυτιά σου γιατί η φωνούλα του ξεκούφαινε ακόμη και άνθρωπο κουφό.
   Και τι δεν πέρασε Θεέ μου από το μυαλό μου εκείνη τη στιγμή...


   Μπερδεύονται καμιά φορά οι σκέψεις και γίνονται όλες ένα κουβάρι που δυσκολεύομαι πολύ να το ξεμπλέξω.
Σχέσεις κοινωνικές, ερωτικές και φιλικές, περάσματα από Συλλόγους που τον πολιτισμό παράγουν και από ταξίδια σε τόπους ονειρεμένους που επέλεξες, βιβλία που στις σελίδες τους χάθηκες κι ξέχασες το χρόνο και τον εαυτό σου... Όλα ένα πολύχρωμο κουβάρι... 
Ψάχνω απεγνωσμένα να βρω μιαν άκρη, μιαν αρχή να βάλω μια τάξη μες την αταξία του μυαλού μα αδυνατώ. Νιώθω να χάνω ενέργεια και να μένω κενή δίχως κανένα νόημα και σκοπό.
   Και καταλήγω για όλα τα μπερδεμένα ερωτήματα που θέτω στον εαυτό μου, πάντα σε τούτο το συμπέρασμα: Πως ένας πικρός επίλογος, πικρή αφήνει γεύση. Χαλάει όλη την ιστορία όσο σημαντική και υπέροχη κι αν ήταν κάποτε, όσο κι αν κράτησε μέσα στο χρόνο/χρόνια κι έδινε νόημα και χρώμα στη ζωή σου.


σ.σ. Γι' όσους η σκέψη τους έμεινε στο άτυχο γατάκι : Φεύγοντας, σε ένα από τα δύο σπίτια του χωριού όπου εντοπίσαμε ζωή, πλησιάσαμε και χτυπήσαμε την πόρτα. Ενημερώσαμε τον κύριο που μας άνοιξε για το άτυχο ζωάκι με την ελπίδα να είναι δικό του και του περιγράψαμε σε πιο σημείο βρισκόταν εκείνη τη στιγμή. Ο κύριος μας ευχαρίστησε και μας είπε πως την προηγούμενη βραδιά ήρθε με τη γυναίκα του στο χωριό και το πήραν μαζί τους γιατί ήταν αρρωστούλι και δεν θέλανε να το αφήσουν μόνο του. Φτάνοντας στο χωριό βγήκε από το αυτοκίνητο και έτρεχε σαν τρελούτσικο μέχρι που το χάσανε. Δεν γνωρίζω τι συνέβη τελικά ούτε τι απέγινε. Το μόνο που γνωρίζω είναι πως όταν ξεκινήσαμε να φύγουμε, είδαμε τον κύριο που κατευθύνθηκε στο σημείο όπου του υποδείξαμε. 

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

Η όαση του παραδείσου μου


"Παρά το μεσημβρινόν της πόλεως άκρον και κατά την θέσιν Τσάγια αναβρύουσιν άφθονα ύδατα".
Σχινάς Ν., "Οδοιπορικαί σημειώσεις Μακεδονίας Ηπείρου", Αθήνα 1886


"Μετά περιεργείας μου παρετήρησα ότι η πόλη Δράμα είναι εκτισμένη, ούτως ειπείν, επί των υδάτων. Όπου και αν στρέψητε τα βλέμματά σας εντός της πόλεως, εις τας γωνίας και τας οδούς, εντός των οικιών, παρατηρείτε πανταχόθεν αναβρύοντα ύδατα, μάλιστα δε, βλέπεται την πόλην της Δράμας καθ΄ όλην την διάρκειαν των τεσσάρων εποχών να μεταβάληται εις μιαν μεγάλην πηγήν"
Μ. Χατζή Καλός, "Εντυπώσεις εκ της ιεράς Μακεδονίας και Θράκης", Αθήναι 1909.


"Νερά που τρέχουν ακατάπαυστα. Νερά που δροσίζουν τα μάτια και την ψυχή μας μέσα από τα ποταμάκια, τα ρυάκια και τις αναβλύζουσες ψυχές. Υδρεύουσα ζωή"


"Μια πόλη όπου θα βρεις άφθονο το υλικό των ονείρων, το νερό, που ρέει στις υπόγειες αρτηρίες της, σχηματίζει υπέροχα κανάλια, μια φανταστική υπόγεια Βενετία, που μέλει να ανακαλυφθεί από τις μέλλουσες γενιές".
Μερικές φράσεις από την λυρική πένα κάποιων ανθρώπων προς την γενέτειρά τους, τη Δράμα.


"Τα 60 στρέμματα, από τα 80 που καλύπτει η διαμορφωμένη περιοχή, είναι τυπικός υγρότοπος, με αβαθείς λίμνες, πηγαία αναβλύζοντα νερά και πολυδιακλαδιζόμενα ταχύρροα ρυάκια, που καταλήγουν νότια στον Αγγίτη ποταμό. Η περιοχή συγκινούσε πάντοτε τους περιηγητές που, ήδη από τα μέσα του 17ου αιώνα, την χαρακτήριζαν ως "παραδείσιο τόπο". Την μεγαλύτερη ακμή της γνώρισε στα χρόνια του μεσοπολέμου.


Στενά συνυφασμένη με την κοινωνική ζωή της πόλης η Αγία Βαρβάρα έσφυζε από εξοχικά κέντρα και "υδροφιλή καφενεία", όπου ο αστικός πληθυσμός της Δράμας απολάμβανε χοροεσπερίδες, με ζωντανή μουσική και με μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού πενταγράμμου.


Απαραίτητο στοιχείο της διασκέδασης αποτελούσε η βαρκάδα στα κρυστάλλινα νερά. Πολύ γραφικό ήταν και το έθιμο του εορτασμού των Φώτων, με τους καβαλάρηδες στα νερά της λίμνης, ένα έθιμο που δεν άντεξε στο πέρασμα του χρόνου.


Εξίσου ξεχωριστή μέρα για την περιοχή είναι και η παραμονή της πολιούχου της Δράμας, της Αγίας Βαρβάρας στις 4 Δεκεμβρίου. Είναι η μέρα που εκατοντάδες παιδιά αφήνουν τα καραβάκια τους φωταγωγημένα στα ήρεμα νερά της λίμνης, ακριβώς μπροστά από την ομώνυμη εκκλησούλα, δημιουργώντας στο σούρουπο της μέρας ένα θέαμα μοναδικό."
Μαίρη Ανανιάδου  - Τζημοπούλου, Αρχιτέκτων τοπίου καθηγήτρια τμήματος Αρχιτεκτονικής Α.Π.Θ.


"Αναρίθμητες φυσαλίδες αναβλύζουν από τις μυστικές κρύπτες τους στον πυθμένα της λίμνης. Παρακολουθούμε γοητευμένοι την αλυσίδα των διάφανων φυσαλίδων, του κρυστάλλινου νερού. Είναι μια αέναη ανανέωση των κυττάρων της φύσης, όλες τις ώρες της μέρας, αιώνες τώρα. Βρισκόμαστε στις θρυλικές πηγές της Αγίας Βαρβάρας. Που έχουν προικίσει την πόλη της Δράμας μ΄ έναν φυσικό περιβάλλον μοναδικό.

Πίνουμε τον καφέ μας στη δροσερή σκιά, με το τραπεζάκι μας πάνω απ' το νερό. Ξεκούραστα μονοπάτια ελίσσονται ανάμεσα από δέντρα, θάμνους και λαίμαργους κισσούς, περνάνε δίπλα από τις όχθες της λίμνης, παρακολουθούν την πειθαρχημένη διαδρομή των μικρορρεμάτων και ρυακιών με τα ολοκάθαρα νερά. Είναι νερά γοργοκίνητα, που φλυαρούν ασταμάτητα αλλά χαϊδεύουν τόσο ευχάριστα τ' αυτιά μας.


Στην ήρεμη επιφάνεια της λίμνης παιχνιδίζουν οι αντανακλάσεις από τις πανύψηλες λεύκες, τα αιωνόβια πλατάνια και τις ιτιές. Στα νερά της αντικρινής όχθης μας γνέφει το αντεστραμμένο, συμμετρικό είδωλο ενός κτιρίου. Είναι το επιβλητικό Ηydrama Grand Hotel. Από το φετινό καλοκαίρι, συνιστά το κορυφαίο ξενοδοχείο της Δράμας και ένα από τα εμβληματικότερα ιστορικά ξενοδοχεία της Ελλάδας. Στεγάζεται στην πάλαι ποτέ - εντυπωσιακή για το μέγεθός της πενταώροφη καπναποθήκη δημιούργημα -το 1924- του φημισμένου Αυστριακού αρχιτέκτονα Josef Von Vilas."
   Απόσπασμα από το κείμενο του Θεόφιλου Μπασγιουράκη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό  20 ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΟΡΑΜΑ (http://www.elliniko-panorama.gr/magazine/39/2/septemvrios-2016.html), από το οποίο έχω αντιγράψει όλα τα παραπάνω αναγραφόμενα.


Υ.Γ. 1 Ξεκίνησα αρκετές φορές να γράψω κάτι για το πάρκο της Αγίας Βαρβάρας που βρίσκεται στην πόλη μου. Γι' αυτήν την όαση του παραδείσου μου. Δεν τα κατάφερνα. Πάντα κάτι έλειπε σε όσα έγραφα. Πάντα κάτι δεν ήταν αρκετό στα λόγια που έντυναν το κείμενό μου. Πάντα φτωχές ήταν οι λέξεις μου.
Έτσι αποφάσισα να αφήσω άλλους που τα καταφέρνουν καλύτερα από ΄μένα να μιλήσουν γι' αυτό το παραμυθένιο μέρος όπου έχω την τύχη να περιφέρομαι απ' όταν θυμάμαι τον εαυτό μου σχεδόν καθημερινά. 
Όμως ακόμη κι έτσι, έχουν μείνει τόσα ανείπωτα γι' αυτό το ... πάρκο στολίδι της Δράμας...


Υ.Γ. 2 Όλες οι φωτογραφίες είναι φυσικά από το διαδίκτυο.
  
Υ.Γ. 3 α] http://www.newsbeast.gr/travel/destinations/arthro/2392914/to-parko-stolidi-sti-drama
και β]
https://www.tripadvisor.com.gr/ShowUserReviews-g656568-d3576648-r404536929-Piges_Agias_Varvaras-Drama_Drama_Region_East_Macedonia_and_Thrace.html#photos;geo=656568&detail=3576648&ff=159037042&albumViewMode=hero&albumid=103&baseMediaId=159037042&thumbnailMinWidth=50&cnt=30&offset=-1&filter=2

Υ.Γ. 4 Το όνειρο εναλλάσσεται γαλήνια και απλά στις εποχές. 








Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

Η μελαγχολία του Σεπτέμβρη



     Πάντοτε η θλίψη του Φθινoπώρου έβγαζε στην επιφάνεια της ψυχής μου μια μελαγχολία. Και βάρυνε η διάθεση κάθε τέτοια εποχή απ' όταν μπορώ να έχω θύμισες από τον εαυτό μου. Έμπαινε στην εσωτερική μου ζυγαριά από την μια μεριά η αισιοδοξία και η χαρά, η ομορφιά της ζωής κι από την άλλη μεριά προσθέτονταν χρόνο το χρόνο κάποιο βαρίδιο μέχρι που άρχισε να γέρνει προς την μελαγχολία του Φθινοπώρου το καντάρι.
     Στα μικράτα μου, από νωρίς είχα εντοπίσει από που πήγαζε η θλίψη αυτή. Πηγή της λοιπόν ήταν τα σχολεία. Άνοιγαν κι εγώ θα έπρεπε να μαντρωθώ και πάλι για μήνες ολόκληρους μέσα στην τάξη. Αντί να παίζω με τα χρώματα και με τα χώματα, αντί να σκαρφαλώνω σε δέντρα και σε βράχους θα έπρεπε να κάθομαι υπομονετικά σ' ένα θρανίο και να ακούω ώρες ατέλειωτες δασκάλους ή καθηγητές, άλλοτε πολύ συμπαθείς κι αγαπημένους μέχρι και σήμερα, κι άλλοτε βαρετούς και εκνευριστικούς που εστίαζαν μόνον στην ύλη που έπρεπε να βγάλουν μέχρι το τέλος της χρονιάς και όχι στο αν καταφέρναμε να αφομοιώσουμε, να εμπεδώσουμε τη γνώση. Χωρίς να ρωτούν ποτέ τι πραγματικά είχε κάθε παιδί ανάγκη για να μάθει. Χωρίς να ρωτούν ποτέ αν συμφωνούσαμε κι εμείς με τον εγκλεισμό μας μέσα σε μία σχολική αίθουσα που ναι μεν διέθετε έναν ολόκληρη τοίχο με παράθυρα αλλά ωστόσο ποτέ δεν σου επέτρεπαν να βλέπεις προς τα έξω.  Κι  έφευγαν τότε τα χελιδόνια χωρίς να τα αποχαιρετώ, κι έχανα τότε τόσο όμορφα χρώματα στη γη και τόσο όμορφες ζωγραφιές στον ουρανό από τα σύννεφα που συνεχώς άλλαζαν θέση και σχήμα. Κι έφευγαν και οι μέρες που μπορούσα να παίξω το αγαπημένο μου παιχνίδι με τα φύλλα. Εκείνο που όσο ήταν ξερά, με το που πέφτανε από το δέντρο, τα μάζευα και τα έκανα ένα λοφάκι κι ύστερα άρχιζα να χορεύω επάνω τους ένα χορό ξέφρενο με μουσική τον θόρυβο που έκαναν, κι όσο τα ένιωθα κάτω από τα πόδια μου να θρυψαλιάζουν τόσο πιο ξέφρενος γινόταν ο χορός μου. Σπάνια απολάμβανα το αγαπημένο αυτό παιχνίδι μετά τα μέσα του Σεπτέμβρη γιατί άνοιγαν τα σχολεία και οι ώρες για παιχνίδι ήταν ελάχιστες. Ένα ψιλόβροχο ήταν αρκετό για να τα μαλακώσει σύντομα και έτσι έχανα το ενδιαφέρον μου για εκείνα. Ύστερα δεν αργούσαν πια να γίνουν ένα με το χώμα, χανόντουσαν για πάντα... Θεέ μου πόσα πράγματα έχανα σαν παιδί κάθε Φθινόπωρο!!! Κι αυτό για να είμαι κάθε μέρα, πλην Κυριακής, μπροστά σε έναν μαυροπίνακα με άσπρες κιμωλίες ενώ υπήρχαν τόσα χρώματα μια ανάσα έξω από την τάξη... Κανένας τους ποτέ δεν σκέφτηκε πόση περισσότερη δύναμη θα είχε κάθε μάθημα αν βγαίναμε να το κάναμε έξω στη φύση όσο ο καιρός το επέτρεπε γιατί όλες οι αισθήσεις μας θα ήτανε σε υπερδιέγερση δεν θα κοιμόνταν. Λες και μας μάντρωναν για να μην δούμε μήπως και ζηλέψουμε, όλα αυτά τα πολύχρωμα τα πανωφόρια που φόραγαν κάθε τέτοια εποχή τα βουνά γύρω απ' την πόλη. Κι έπρεπε να νιώθεις ενοχές κι ενίοτε να δέχεσαι δίχως αντίδραση την όποια τιμωρία κάθε που η ματιά σου έπαιρνε αγκαζέ το νου κι έφευγαν απ' το παράθυρο για να συναντήσουν έστω και ξεθωριασμένο απ' την απόσταση όλο αυτό το μεγαλείο.
     Στα χρόνια που ακολούθησαν η θλίψη του Σεπτέμβρη φαινόταν πως μεγάλωνε. Αιτία ήταν κι άλλα πράγματα που έχανα δίχως να θέλω. Όπως ας πούμε όλες αυτές οι ανατολές που αργούσαν πλέον να φανούν κι όταν ξεπρόβαλε ο ήλιος εγώ δεν είχα χρόνο για να τον καλημερίσω. Κι εκείνα τα υπέροχα τα ηλιοβασιλέματα που συνωμοτούσαν με τα σύννεφα για να ξεκλέψουν την σκιά απ' τα βουνά τριγύρω και να την αποθέσουν ψηλά στον ουρανό. Κι εκείνα τα έχανα πλέον. Βλέπεις οι ώρες της ξεκούρασης και της χαλάρωσής μου τότε, ερχόταν πάντοτε αφού επέστρεφε στο σπίτι του ο ήλιος.
     Περνούσανε τα χρόνια, μα αυτή η Φθινοπωρινή μελαγχολία δεν έλεγε μαζί τους να περάσει. Τώρα μπορεί σχολείο να μην πήγαινα μα άλλα παιδιά ερχόντουσαν τη θέση μου να πάρουν και στεναχωριόμουν για όσα ήταν ίσως σαν εμένα. Πολύχρωμα μπαρμπαλεκάκια με τα σακίδιά τους πλημμύριζαν τους δρόμους. Χρωμάτιζε σκεφτόμουνα τουλάχιστον η παρουσία και τα ρούχα τους την τάξη. Ποιος ξέρει? Ίσως και να περίσσεψαν τα παιδιά που αφήνουν μια κλεφτή ματιά να δραπετεύσει έξω από το τζάμι. Οι δε ανατολές και τα ηλιοβασιλέματα ήξερα πως ακόμη ήταν εκεί να ζωγραφίζουν με το άλικο το χρώμα τον σχεδόν πάντα συννεφιασμένο τέτοια εποχή ουρανό μου. Και λυπόμουν που ο χρόνος μου δεν ήταν αρκετός για να τα απολαύσω όπως το Καλοκαίρι.
    Κι όπως συνέχιζαν τα χρόνια και περνούσαν, ήρθε να προστεθεί κάτι ακόμη μαζί μ' αυτήν την θλίψη του Σεπτέμβρη μέσα στη σκέψη μου. Ήταν η συνειδητοποίηση της ανεμελιάς και της ομορφιάς εκείνης του Καλοκαιριού που οδεύει προς το τέλος. Ήταν που άλλαζαν χρώμα και όψη όλα τα καταπράσινα εκείνα φύλλα που την πολυπόθητη σκιά τους απλόχερα χάριζαν πριν ένα μήνα και θρόϊζαν γλυκό τραγούδι με  κάθε ανεπαίσθητο αεράκι δείχνοντας έτσι τη ζωντάνια που είχαν. Κιτρίνιζαν και λίγο πριν αφήσουνε το βάρος τους να ακουμπήσει πάνω στο υγρό απ' τη βροχή χώμα, σαν ύστατο χαιρετισμό προς τη ζωή, πέφταν θαρρείς με χορευτικές κινήσεις, γυρεύοντας με ικεσία, μια τελευταία ματιά από έναν "φευγάτο" σαν εμένα θεατή. Κι ύστερα αφήνονταν στην διαδικασία της αποσύνθεσης κι αυτά κλείνοντας έτσι το δικό τους κύκλο. Ήταν ακόμη το αεράκι εκείνο που πλέον δεν χάιδευε ευχάριστα τους ώμους σου. Αντίθετα τσιμπούσε το κορμί δίχως να νοιάζεται αν σε πονάει ή όχι.
     Και αισίως έφτασα στο σήμερα και σε άλλες σκέψεις που την μελαγχολία μου αυτήν του Φθινοπώρου επιμηκύνουν. Κι έχουν να κάνουν αυτές οι σκέψεις μου με κάθε άστεγο που σε λίγους μήνες το κρύο θα τον μαστιγώνει. Με κάθε αδέσποτο που δαρμένο απ' τους ανθρώπους κι απ' το κρύο θα ψάχνει μια γωνιά για να κουρνιάσει και κάτι για να φάει. Με κάθε οικογένεια που μακριά απ' την ζωή που έχτιζε βρέθηκε δίπλα μου να βολοδέρνει και να προσπαθεί από κάπου να πιαστεί για να ξεκινήσει απ' την αρχή να χτίζει. Με κάθε παιδί που δεν έχει έναν γονιό για να το "αναγκάσει (αγκαλιάσει)" να ξεκινήσει ένα σχολείο ...
     
Πάντοτε η θλίψη του Φθινοπώρου με μελαγχολούσε και με βάρυνε.