Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Χαζεύοντας τις φλόγες


    Ο αποκλεισμός από το χιόνι καλά κρατεί. Όχι πως δεν είναι εφικτό να κυκλοφορείς στους δρόμους μα, αν μη τι άλλο είναι λίγο επικίνδυνο. Κι επειδή από καιρό εφαρμόζω το "ρητό" προσέχουμε για να έχουμε, να ΄μαι μπροστά στον υπολογιστή να βασανίζω το πληκτρολόγιό του με τις ανεμοδαρμένες σκέψεις μου. Η έξοδός μου περιορίστηκε μοναχά σε μονοπάτια ζεστά και γνώριμα κι όταν γυρνώ οι φλόγες στο τζάκι μου ανάβουν και δεν σταματούν να τσιρτσιρίζουν (από το λεξιλόγιο της γιαγιάς αυτό). 
    Παρέες? Πολλές!!! Βιβλία, μολυβάκι και μπλοκ, ραδιόφωνο. Δεν με αφήνουν λεπτό να νιώσω μοναξιά κι όταν πια με κουράζουν με την πολυλογία τους, πατάω το κουμπάκι "of" και τα κλείνω όλα. Επιτρέπω τότε το μυαλό να αδειάσει από σκέψεις και το βλέμμα να χαθεί μέσα στις φλόγες και ξεκινώ ένα παιχνίδι που από τα μικράτα μου έπαιζα. Μετατρέπω τα σχήματα που για κλάσματα του δευτερολέπτου παίρνουν οι φλόγες, σε άγνωστα πλάσματα, σε τέρατα κι αγγέλους, Φτιάχνω ιστορίες που αμέσως τις ξεχνώ και διασκεδάζω κι αρχίζω άλλες πάλι απ' την αρχή να φτιάχνω ιστορίες που κι αυτές με τη σειρά τους γίνονται αέρας και δραπετεύουν από την καπνοδόχο.  
    Το βιβλίο που μου δάνεισε η φίλη διαβάστηκε απνευστί. Δεν με ταξίδεψε. Με ανάγκασε, παραδόξως με τη θέλησή μου, να φορέσω τα παπούτσια του ήρωα και να περιπλανηθώ με αυτήν την "αδιάφορη ματιά απόγνωσης" στο βλέμμα του, στους δρόμους του Ελσίνκι. Και χάνομαι κι εγώ όπως κι αυτός μέσα στις σκέψεις μου.
Ανάγκη να παραθέσω  αποσπάσματα :
"... Δεν ήταν δύσκολο ν’ αφεθώ στην επιθυμία που τρέφουμε όλοι να ανήκουμε κάπου. Όμως για μένα η αίσθηση αυτής της καινούργιας ταυτότητας παρέμενε τεχνητή.
Έπρεπε να ξαναχτίζω κάθε μέρα απ’ την αρχή. Μόλις έσβηνε η συνείδησή μου, μόλις χαλάρωναν τα επίπεδα επιφυλακής του μυαλού μου, εξατμιζόταν κάθε πρόοδος που είχα κάνει. Μπορεί να έμεναν οι λέξεις, μπορεί να ρίζωνε και να θέριευε η γνώση της γλώσσας, όμως τίποτα δεν απέμενε από την βεβαιότητά μου ότι ανήκα σ εκείνο τον τόπο. Δεν μπορούσα ν’ απαλλαγώ από την υποψία πως έτρεχα ιλιγγιωδώς σε λάθος δρόμο. Στις πιο απόκρυφες πτυχές του υποσυνείδητού μου δεν ξεθώριαζε ποτέ η αίσθηση πως μέσα στον εγκέφαλό μου παλλόταν ένας άλλος, ζωντανός νεκρός. Μου πέρασε η σκέψη ότι ίσως αυτή η στάση επαγρύπνησης, αυτή η ανημπόρια μου να βουτήξω με κλειστά μάτια στην καινούρια μου ζωή, οφειλόταν σε μια και μοναδική αλλά σοβαρή έλλειψη. 
 Μια μόνο από τις παραινέσεις του γιατρού Φρίαρι δεν κατάφερα ν' ακολουθήσω. Την αναζήτηση του έρωτα, το να αφεθώ ελεύθερος. Μέσα μου ένα πέτρινο κέλυφος παρέμενε αδιαπέραστο. Το ένιωθα κάτω απ' το δέρμα μου λες και θα μπορούσα να το αγγίξω. Ήταν η μήτρα της νέας μου ύπαρξης. Αν το άνοιγα, αν το πρόσφερα σε κάποιον, αυτό θα σήμαινε ότι θα έθετα σε κίνδυνο αυτό το ελάχιστο που είχα καταφέρει να χτίσω, ότι θα ρίσκαρα να φυσήξω και να σκορπίσω στον άνεμο τα δεκαεπτά γράμματα του ονόματός μου. Εγώ που δεν ήξερα ακόμη ποιος είμαι, πως θα μπορούσα να παραδοθώ? Ποιον θα εμπιστευόμουν για να του προσφέρω τον εαυτό μου? ..."

"... Κάποιες φορές η ανθρώπινη σκέψη χάνεται στις υπόγειες στοές  της λογικής, σκλάβα μιας γεωμετρίας που γίνεται αυτοσκοπός και στόχος της δεν είναι πια η κατανόηση της πραγματικότητας, αλλά η συντήρηση μιας έπαρσης. Είμαστε τόσο παράλογα εγωιστές, που, μόνο και μόνο για να μην παραδεχτούμε κάποιο λάθος μας, προτιμάμε να καταστραφούμε κυνηγώντας την ψεύτικη αλήθεια μας. Κόντρα σ’ αυτήν την πορεία του μυαλού, πολλοί άνθρωποι βρίσκουν καταφύγιο στην πίστη, σ’ ένα ανώτερο όν που έχει στην κατοχή του τα κλειδιά όλων των μυστηρίων και το αντίδοτο για κάθε πόνο. Με αντάλλαγμα την ταπεινότητα, ο Θεός μας υπόσχεται γνώση, και στην επώδυνη πολυπλοκότητά μας αντιτάσσει τη συμφιλιωτική του ενότητα. Αν όμως υπήρχε Θεός, θα μας έκανε διαφορετικούς, απόλυτα δέσμιους της ύλης από την οποία προερχόμαστε ή απόλυτα ελεύθερους από την σκλαβιά του μυαλού, όμοιούς του ή σκλάβους του. Δε θα εγκατέλειπε τα δημιουργήματά του σ’ αυτήν την ενδιάμεση κατάσταση, μεταξύ κατάρας και μακαριότητας, αναγκασμένα να κυνηγούν  τη θεία τελειότητα με τα ατελή εργαλεία της ανθρώπινης γνώσης. ..."
"...Όποτε περιπλανιόμουν, τρύπωνα στο βουβό πλήθος που έβγαινε τις Κυριακές απ' τις εκκλησίες, στις ουρές που σχηματίζονταν μπροστά στα παντοπωλεία. Μου άρεσε να γίνομαι ένα με τον κόσμο που ανέβαινε στο τραμ. Παρίστανα ότι περίμενα να κατέβω κι εγώ σε κάποια στάση, ότι πήγαινα σ' ένα συγκεκριμένο μέρος, και κάθε τόσο κοιτούσα έξω από το παράθυρο για να δω πόσο απείχα από το φανταστικό μου προορισμό. Κατέβαινα σε μια τυχαία οδό, έκανα βιαστικά δέκα είκοσι βήματα, ίσια ίσα μέχρι ν' απομακρυνθεί το τραμ, κι ύστερα ξανάρχιζα τις βόλτες μου. Πήγαινα στην επόμενη στάση και περίμενα το τραμ στην απέναντι πλευρά του δρόμου, για να επιστρέψω. Εξωτερικά ήμουν ένας Φινλανδός όπως όλοι αυτοί που έβλεπα γύρω μου. Όμως κανείς δεν με γνώριζε. Κανείς δεν με είχε δει ποτέ πριν από έξι μήνες. Χαιρετιούνταν μεταξύ τους, αναγνώριζα ο ένας τον άλλο όταν συναντιούνταν. Εγώ απείχα από κάθε χειραψία. ..."
 Βιβλίο : "Νέα φινλανδική γραμματική" / Diego Marani.

    Θέλοντας να κρατήσω την γεύση που μου άφησε το όμορφο αυτό βιβλίο, περιπλανήθηκα στον κόσμο του διαδικτύου αδιάφορα.
    Έπεσα πάνω στο παρακάτω κειμενάκι και το άνοιξα έτσι, για να περάσω χαλαρά και δίχως σκέψη την ώρα μου. Έφτασα ως και την τελευταία του παράγραφο και ετοιμάστηκα να το κλείσω. Συνειδητοποίησα πως τίποτα από αυτό που μπρος τα μάτια μου "μιλούσε" δεν κατάλαβα γιατί και πάλι το μυαλό μου αφέθηκε σε άλλες σκέψεις. Το έπιασα και πάλι από την αρχή να "δω" τι λέει. 
Τελειώνοντάς το σκέφτηκα : «Ίσως να πέρασε κι από την δική μου τη ζωή κάποια στιγμή ένας τέτοιος ξεχωριστός άνθρωπος και να μην τον αντιλήφθηκα». 
Και με έπιασε μια θλίψη τότε σ’ αυτήν την σκέψη και μελαγχόλησα. Γιατί εγώ, δεν ξέρω πως να εκτιμώ τα έργα τέχνης και πως να ξεχωρίζω τα αυθεντικά...

http://www.thessalonikiartsandculture.gr/blog/apopseis/oi-pio-ksexoristoi-anthropoi-einai-syxna-kai-oi-pio-xamenoi#.WHx1kxuLTIX

    Έξω φυσάει τώρα και οι πόρτες του σπιτιού μου είναι όλες καλά σφραγισμένες. Για μια ακόμη φορά δεν κατάλαβα πως ο αέρας τρύπωσε μέσα στο νου και έγινε αυτό το αναμάλλιασμα στις σκέψεις μου. Ούτε κατάλαβα γιατί θέλησα να τις αφήσω στο χρόνο ακουμπώντας τες πάνω σ' αυτό το πληκτρολόγιο. 

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Ποίημα χωρίς τίτλο / Πούσκιν


...

Εγώ σας αγαπούσα 
και θαρρώ,
ο έρωτάς μου ήταν τόσο δυνατός
που ως σήμερα 
δε λέει να σβήσει απ' την ψυχή μου.
Όμως αυτό καθόλου μη σας νοιάζει.
Ούτε μια θλίψη ας μη νιώθει η καρδιά σας.
Εγώ σας αγαπούσα τρυφερά κι ανέλπιδα.
Πότε με ζήλια, πότε με εγωισμό
Τόσο ειλικρινά και τρυφερά σας αγαπούσα
που είθε να δώσει ο Θεός
έτσι ξανά ν' αγαπηθείτε...

                                                                              Πούσκιν


   Το είχα διαβάσει πριν από 15-20 χρόνια και μου άρεσε πολύ. Απορίας άξιο δε, είναι πως το απομνημόνευσα με την δεύτερη κιόλας ανάγνωση χωρίς καν να το επιδιώξω. Αναφερόταν ως "ποίημα χωρίς τίτλο" και σίγουρα δεν θυμάμαι το όνομα του μεταφραστή. 
    Από τότε το ψάχνω καμιά φορά για να διαπιστώσω αν το θυμάμαι καλά ή αν κάπου έγινε από ΄μένα κάποια αυθαίρετη παρέμβαση. 
    Δυστυχώς δεν το βρίσκω πουθενά με αυτήν την μετάφραση. Το βρήκα σήμερα εντελώς τυχαία ψάχνοντας κάτι άλλο, με άλλες ωστόσο μεταφράσεις, τις οποίες, ομολογώ, πως θα μου ήταν πιο δύσκολο να τις κάνω κτήμα μου. Λόγω ηλικίας? Ίσως. Ποιος ξέρει?

Οι παρακάτω μεταφράσεις από το διαδίκτυο, στη δεύτερη των οποίων δίδεται και ο τίτλος "Κάποτε" :

Σας αγαπούσα: η αγάπη είναι ακόμη δυνατή,
Δεν έσβησε μες την ψυχή μου ακόμη·
Μα εσάς δεν πρέπει να σας ανησυχεί·
Δε θέλω να σας προκαλέσω θλίψη.
Σας αγαπούσα απέλπιδα, σιωπηλά,
Πότε δειλά μα πότε και με ζήλια·
Σας αγαπούσα όμως ειλικρινά και τόσο τρυφερά
Που αν είναι θέλημα Θεού έτσι κι οι άλλοι θα σας αγαπούν.

Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης


Κάποτε
Ήμουν ερωτευμένος κάποτε μαζί σου,
Και να το πω ειλικρινά, ακόμα σ' αγαπώ,
Αλλά ας μη σ' απασχολεί πλέον αυτό,
Αφού δεν πρόκειται πια να σ' ενοχλώ.
Εγώ σε λάτρευα σιωπηλά, παρθενικά,
Γοητευμένος από το δικό σου κάλλος.
Εγώ σε αγαπούσα άδολα και τόσο στοργικά,
Έτσι, ώστε να δώσει ο Θεός, να σ' αγαπήσει
κάποιος άλλος.

Μετάφραση Γιώργος Σοϊλεμεζίδης



Романс-я Вас любил (А.С.Пушкин, муз.Шереметьева ( Ειδύλλιο-Σας αγάπησα (Πούσκιν, muz.Sheremeteva)

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

ΣΗΜΕΡΑ

 
Ξεκίνησα κι ας έβλεπα πως επάνω τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά απ' ότι χθες. Γλίτωσα βλέπεις από βέβαιο θάνατο δυο μέρες πριν και από ζημιές ανυπολόγιστες και σκέφτηκα για ακόμη μια φορά πως όσο ζω θα πρέπει να ρουφάω ως το μεδούλι τις στιγμές που με γεμίζουν και μου χαρίζονται.



Με λιγοστές δρασκελιές βρέθηκα δίπλα του και ανάσανα βαθιά. Όλα καλά είναι σήμερα και όλα υπέροχα αφού μπορώ εδώ να βρίσκομαι, σκέφτηκα. Χώθηκα μέσα στη "ζεστή" του αγκαλιά κι αφέθηκα στο γνώριμο ταξίδι. 


Χθες το κινητό μου, στα μέσα της διαδρομής, έκλεισε από μπαταρία κι αυτό πολύ μου άρεσε. Είχα ανάγκη να χαθώ για να ηρεμήσω. Να κάνω έναν απολογισμό τι χάθηκε και τι κερδήθηκε συγχρόνως. 



Σήμερα το κινητό μου ήταν φορτισμένο μα κλειστό. Ούτε και για τις μουσικές μου θέλησα να το ανοίξω. Είναι όμορφα να αποκόβεσαι κάποιες στιγμές από τον κόσμο γύρω σου.΄



Ν' ακούσω ήθελα, δίχως καμιά παρέμβαση, τον ήχο που κάνουν οι νιφάδες καθώς αφήνονται επάνω στις πευκοβελόνες και στα ξερά τα χόρτα.
Τα βήματά μου ήθελα ν' ακούω...
   

Το ενεργοποίησα όμως τελικά, για να αποθανατίσω τις σιωπηλές λευκές στιγμές και να τις μοιραστώ με άγνωστους φίλους όπως εσύ που με διαβάζεις τώρα, και με τους ηλεκτρονικούς μου φίλους στο άλλο "σπίτι" μου στο fb. 
Γιατί, τι νόημα έχει η μαγεία αν την απολαμβάνεις μόνος και δεν θες να την μοιράζεσαι? Ναι. Καμιά φορά σκέφτομαι κι έτσι...



Περπάτησα λοιπόν και σήμερα, γεμάτη από ευγνωμοσύνη, μέσα στο παραμύθι, παρέα με τα αδεσποτάκια μου, 





έφτιαξα έναν χιονάνθρωπο "ζωγραφιστό", έτσι, γιατί ήθελα να παίξω, 


κεράστηκα από ένα δέντρο τα παγωτίνια που μου πρόσφερε, 



και διδάχθηκα για μια ακόμη φορά από το Όλον, πως ... 
η αγάπη λιώνει ακόμη και τον πάγο.



Είναι προνόμιο μεγάλο να έχεις έναν προορισμό όπου οδηγούν τα βήματά σου όταν σε μαύρες σκέψεις χάνεσαι.



Είναι προνόμιο μεγάλο να εστιάζεις στο λευκό όταν υπάρχει και το μαύρο χρώμα στη ζωή σου. Και να χαμογελάς με ένα πλατύ και πονηρό χαμόγελο σ΄ όλα τα "σκούρα". Και να φωνάζεις πως δεν ασκούν καθόλου δύναμη επάνω σου όση προσπάθεια κι αν κάνουν.



Μα ακόμη μεγαλύτερο προνόμιο, είναι ανέξοδα οι μπαταρίες να φορτίζουν της ζωής σου...
Της ζωής σου!!!








Κάποια στιγμή, θα πρέπει αυτό το συναίσθημα πληρότητας που με κυριεύει βλέποντας την πόλη από αυτό το σημείο, να βρω ένα όνομα να τ' ονομάσω.

Ας αδράξουμε το σήμερα που έχουμε, γιατί το αύριο ίσως ν' ανήκει μόνο στους άλλους...


Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

Μοναχικά ταξίδια




    Διάβαζα πρόσφατα ένα άρθρο για τα μοναχικά ταξίδια και τις εμπειρίες που προσφέρουν. Μεταξύ άλλων έγγραφε : «οι άνθρωποι που έχουν τολμήσει να ταξιδέψουν μόνοι τους μια φορά, το επαναλαμβάνουν συνέχεια. Και ο λόγος είναι ότι το μοναχικό ταξίδι είναι μια εντελώς διαφορετική εμπειρία την οποία δεν μπορεί κανείς εύκολα να την κατανοήσει αν δεν την βιώσει».
   Ταξίδεψα πολύ στη ζωή μου. Βέβαια το πολύ, όσον αφορά τα ταξίδια, δεν σημαίνει ποτέ πως είναι και αρκετό. Τα ταξίδια είναι ότι στ' αλήθεια κάνουμε κτήμα μας. Ότι πραγματικά μας ανήκει. Είναι το καλύτερο δώρο που προσφέρουμε στον εαυτό μας και που ποτέ δεν θα μοιάζει παλιακό και φθαρμένο. Όσα χρόνια κι αν περάσουν. Χώρια που υπάρχει και η εγγύηση πως το δώρο αυτό δεν πρόκειται ποτέ να κλαπεί από οποιονδήποτε "ληστή".
   Ταξίδευα με φίλους, με την οικογένεια, με πολιτιστικούς συλλόγους, ακόμη και με συλλόγους γονέων και κηδεμόνων των σχολείων των παιδιών μου για τις όποιες ανάγκες προέκυπταν. Κάθε ταξίδι και μια ξεχωριστή ανεπανάληπτη εμπειρία.
   Κάποτε όμως, σε ένα σταυροδρόμι, η ζωή μου εκσφενδονίστηκε σε άγνωστη και απότομη στροφή. Κράτησα γερά το τιμόνι και βούτηξα σ' έναν γκρεμό. Ακόμη δεν έχω καταλάβει με ποιον τρόπο άλλαξα τροχιά, μα την αλλαγή την ένιωσα πολύ έντονα και με μεγάλη βία. Κλήθηκα τότε να αλλάξω και τον τρόπο ζωής στον οποίο είχα μάθει από τα μικράτα μου να ζω. Σε όλα προσαρμόστηκα. Άλλες φορές με ευκολία κι άλλες πολύ δύσκολα. Πολύ δύσκολα... Με εκείνο που δεν κατάφερα να συμβιβαστώ ήταν τα ταξίδια που θα έπρεπε να μάθω να χάνω γιατί είχα μόνο δύο επιλογές. Ή να καθηλωθώ στην πόλη μου ψάχνοντας σαν φτωχός συγγενής παρέα για ν’ αποδράσω, πράγμα το οποίο η αξιοπρέπειά μου δεν μου το επέτρεπε, ή να τολμήσω ένα ταξίδι μοναχή μου. 
     Παρακολουθούσα τον εαυτό μου την πρώτη εκείνη δύσκολη χρονιά, να ζει μέσα στην θλίψη και στη μιζέρια της καθήλωσης. Γιατί φοβήθηκα. Φοβήθηκα τον οίκτο που θα προκαλούσε η εικόνα μιας μοναχικής γυναίκας αν τολμούσα να πάω κάπου μόνη μου. Ξέρετε? Στο παρελθόν κι εγώ έτσι με οίκτο κοίταγα τα μοναχικά άτομα. Ζώντας και μεγαλώνοντας σε μια επαρχιακή πόλη, στην θαλπωρή ενός περιβάλλοντος το οποίο απαρτούσαν πάντα αγαπημένα πρόσωπα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, είχα την αίσθηση πως η μοναξιά και η μοναχικότητα είναι συνώνυμες λέξεις. Κι έτσι έμαθα, χωρίς κανείς να μου το διδάξει, να λυπάμαι τα μοναχικά άτομα. Στα μάτια μου οι μοναχικοί άνθρωποι φάνταζαν σαν γράμματα από μια ξεχασμένη αλφάβητο στο περιθώριο μιας σελίδας πυκνογραμμένης με άλλα γράμματα παγκοσμίως αναγνωρίσιμα. Φοβήθηκα λοιπόν και δεν τόλμησα να ομολογήσω στον εαυτό μου αυτόν τον φόβο μου. Προτίμησα να κρυφτώ πίσω από το δάχτυλό μου. Τον έβαλα απέναντί μου και του εξήγησα πως τα οικονομικά δεν επέτρεπαν τέτοιου είδους πολυτέλειες. Ήταν αλήθεια. Εν μέρει. Γιατί μπορείς να στερηθείς πάρα πολλά από την καθημερινότητά σου προκειμένου να κερδίσεις ένα ταξίδι.
    Την επόμενη χρονιά, κουρασμένη πνευματικά, ψυχικά και σωματικά, αποφάσισα πως έπρεπε να κάνω την υπέρβασή μου. Έπρεπε να φύγω. Κι έφυγα. Μπήκε στο σακ βουαγιάζ όμως κρυφά και ο φόβος μου. Εντάξει. Δεν θα πω πως πέρασα και τέλεια μόλις τον αντιλήφθηκα. Αντί για το άγνωστο όπου ετοιμαζόμουν για να πάω, προτίμησα να δραπετεύσω σ' ένα όμορφο νησί κοντά στην πόλη μου. Νοίκιασα ένα δωματιάκι στου οποίου το μπαλκόνι έσκαγε το κύμα για να αποφύγω τις μετακινήσεις και είχα για ασπίδα μου ένα πολύ φιλικό ζευγάρι που περνούσε τα καλοκαίρια του στο διπλανό χωριό όπου έχτισε ένα σπίτι. Όταν δεν τρώγαμε παρέα, κλεινόμουν μέσα στο δωμάτιο και τσιμπολογούσα ότι πρόχειρο κατάφερνα να βγω στα γρήγορα και να ψωνίσω. 
     Την μεθεπόμενη χρονιά, τρίτη δηλαδή στη σειρά, με παρότρυνση των κοριτσιών μου ξεθάρρεψα. Ζήτησα την άδειά μου για πρώτη φορά στη ζωή μου από τα μέσα Σεπτέμβρη και μετά!!! Πάντα το ήθελα αυτό μα δεν μου ήταν εφικτό!!! Δεν δεσμευόμουν όμως πλέον από τα σχολεία των παιδιών, ούτε και από ημερομηνίες που θα έπρεπε η άδειά μου να συμπέσει με κάποια άλλη άδεια. 
    Προορισμός μου ήταν τα «πάτρια εδάφη» που ποτέ δεν επισκέφτηκα. Μετακινήθηκα με λεωφορεία, καράβι, ταξί κι επιτέλους έφτασα. Πρώτη ημέρα και ένιωθα μουδιασμένη μα και πολύ χαρούμενη. Μπάνιο στη θάλασσα, απομακρυσμένη από τον κόσμο, φαγητό στο δωμάτιο. Το απόγευμα ξεμύτισα για μια βόλτα. Περπατούσα με σχεδόν σκυφτό το κεφάλι μην τύχει και προκαλέσω βλέμματα. Μην τύχει και με λυπηθούν. Ωστόσο μέσα μου πετούσα!!! Ένιωθα την απόλυτη ευτυχία!!!
   Τα βήματά μου κάποια στιγμή με έφεραν στο ιστορικό θέατρο «Απόλλων». Το ερωτεύτηκα από την πρώτη ματιά!!! Όπως και το νησί. Βλέποντας πως είχε μεγάλη κίνηση έξω από το θέατρο, κάθισα κι εγώ στην ουρά να κόψω εισιτήριο για να να μπω μέσα. Ότι και να είχε με ενδιέφερε. Αρκεί να μην κλεινόμουν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου μιας και η νυχτερινή ζωή δεν ήταν επιλογή διασκέδασης για ΄μένα. Προς έκπληξή μου, μου είπαν πως η είσοδος ήταν ελεύθερη. Η απάντηση στην ερώτησή μου "γιατί?" με χαροποίησε ιδιαίτερα. Ξεκινούσε μου είπαν το "animasyros" ένα διεθνές φεστιβάλ + αγοράς κινούμενων σχεδίων που διοργανώνει η Σύρος και είναι το μεγαλύτερο στο είδος του φεστιβάλ στην Ελλάδα. Βρίσκεται επίσης και μέσα στα είκοσι πρώτα φεστιβάλ στο είδος του διεθνώς. Και επομένως όλες οι εκδηλώσεις γύρω από αυτό, είχαν δωρεάν είσοδο και θα λάμβαναν χώρα στο ιστορικό θέατρο Απόλλων, στο Πνευματικό Κέντρο της Ερμούπολης, στην μεγαλόπρεπη και επιβλητική Πλατεία Μιαούλη καθώς επίσης και στις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Κάτι αντίστοιχο σκέφτηκα και με το φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους της πόλης μου!!! Τα απογεύματά μου επομένως και τα βράδια μου όλες αυτές τις ημέρες που θα διαρκούσε το φεστιβάλ τα είχα "κλείσει" με τον καλύτερο τρόπο!!! Αναπάντεχο δώρο που μου χάρισε η θεά τύχη!!! 
    Το πρωινό της άλλης ημέρας με βρήκε πολύ αισιόδοξη στο Δημαρχείο. Ήθελα από εκεί να ξεκινήσω να γνωρίζω το νησί. Αν και δεν είχαν προγραμματισμένη ξενάγηση, οι υπάλληλοι ευγενέστατοι, πρόθυμοι και φιλόξενοι με έναν αξιέπαινο τρόπο, μου έδειξαν ότι ήταν να μου δείξουν. Την δε αίθουσα συνεδριάσεων για την οποία πήγα, την είχαν κλειδωμένη και απ' ότι μου ανακοίνωσαν άνοιγε μόνον για ξεναγήσεις σε τουριστικά γκρουπάκια. Την άνοιξαν ωστόσο και μου επέτρεψαν να την θαυμάσω για όσο χρονικό διάστημα χρειαζόμουν χωρίς να δυσανασχετήσουν καθόλου. Φεύγοντας δε, μου έδωσαν κι έναν φάκελο από αυτούς που δίνουν σε όλους τους τουρίστες με διάφορα έντυπα μέσα. Μεταξύ των εντύπων, υπήρχε ένας χάρτης και ένας οδηγός με αξιοθέατα της Σύρου τα οποία ένας επισκέπτης θα έπρεπε οπωσδήποτε να επισκεφτεί και να δει.
     Κι έτσι, από εκείνη την στιγμή, άρχισε ουσιαστικά μία ξενάγηση μοναδική, με ξεναγό και αποδέκτη συγχρόνως της ξενάγησης, ΕΜΕΝΑ!!!
    Πήρα το πρώτο λεωφορείο που βρέθηκε μπροστά μου. Δεν ήξερα που πήγαινε μα διόλου δεν με ενδιέφερε. Στη διαδρομή παρακάλεσα τον οδηγό να κάνει στάση και να με αφήσει σε μια όμορφη παραλία που μου έκανε ένα δυνατό «κλικ». Μετά το μπάνιο μου και αφού στέγνωσα, ξεκίνησα για το πρώτο χωριό που έβλεπα στο χάρτη. Flat παπούτσια, σακίδιο στον ώμο, ένα λίτρο νερό στο χέρι και ... δρόμος. Περπατούσα μα δεν το ένιωθα. Περισσότερο ένιωθα πως πετούσα! Θεέ μου τι υπέροχη αίσθηση!!! Για πρώτη φορά στη ζωή μου ήμουν σε θέση να διαμορφώσω όπως ακριβώς ήθελα εγώ το πρόγραμμα των διακοπών μου!!!
      Στάση στο πρώτο χωριό που βρέθηκε στο δρόμο μου. Καφές σε καφενείο με παππούδες και συζήτηση μαζί τους. Λίγο πιο εκεί ένα ταβερνάκι δίπλα στο κύμα με καλούσε να γευτώ το φρέσκο ψάρι και να ξεδιψάσω με μια παγωμένη μπίρα. Μετά, σακίδιο στον ώμο, νερό στο χέρι και περπάτημα με οδηγό τον χάρτη μου. Στάση στο επόμενο χωριό για μπάνιο. Μετά και πάλι σακίδιο στον ώμο, νερό στο χέρι, περπάτημα και τέλος ένα λεωφορείο από μία στάση που υπήρχε στο δρόμο μου για την επιστροφή μου στην Ερμούπολη μιας και το απόγευμα κόντευε να περάσει. Ξεκούραση, βόλτα στα μαγαζιά, παρούσα στα δρώμενα, παρούσα στο θέατρο για συναυλίες ή προβολές. Παρούσα στην ΖΩΗ!!! Αργά επιστροφή στο ξενοδοχείο για ύπνο. Το επόμενο πρωί, flat παπούτσι, σακίδιο στον ώμο, νερό στο ένα χέρι, χάρτης στο άλλο, στάση λεωφορείου με προορισμό το τελευταίο χωριό στο οποίο την προηγούμενη ημέρα κατάφερα να φτάσω. Μπάνιο, σακίδιο, νερό, περπάτημα, προορισμός σύμφωνα με τον χάρτη, καφές, σακίδιο, νερό, περπάτημα, προορισμός και πάλι, μπάνιο, καφές, φρέσκο ψάρι, μπίρα, σακίδιο, νερό, χάρτης, δρόμος, λεωφορείο, δρόμος, δρόμος, δρόμος …
     Δέκα ημέρες πέρασα έτσι στη Σύρο. Γνώρισα ανθρώπους που σε άλλη περίπτωση δεν θα τους γνώριζα. Ήπια καφέ με γιαγιάδες έξω από την αυλόπορτά τους. Συνέφαγα με ένα ζευγάρι στο οποίο κάτι ρώτησα για την ταβέρνα όπου βρεθήκαμε και με προσκάλεσαν στο τραπέζι τους. Γνώρισα κάποιον που είχε σχέση με το Φεστιβάλ μιας και ήμουν μόνιμος θαμώνας καθημερινά στο θέατρο. Προσφέρθηκε μάλιστα και για καθημερινή ξενάγηση την οποία προσφορά διακριτικά απέρριψα μιας και το αίσθημα τούτης της πρωτόγνωρης εμπειρίας με είχε συνεπάρει!!! Μίλησα με οδηγούς λεωφορείων οι οποίοι μου έλεγαν χρήσιμα πράγματα στη διαδρομή και μου υποδείκνυαν που να κατέβω και τι ακριβώς να ψάξω για να δω. Δεν άφησα Μουσείο και αξιοθέατο που να μην το επισκεφτώ! Το κυριότερο : Δεν ένιωσα ούτε μια στιγμή πλήξης, και την μοναχικότητά μου την απολάμβανα λες και ήταν ότι πιο γευστικό είχα δοκιμάσει ποτέ στη ζωή μου. Αφού τελείωσε μετά από μέρες το φεστιβάλ, τα απογεύματά μου τα περνούσα περπατώντας από τον έναν λόφο στον άλλον. Από την Ορθόδοξη εκκλησία της Αναστάσεως, του ενός λόφου στον Καθολικό ναό του Σαν Τζώρτζη του απέναντι λόφου. Πάντα από διαφορετικά σοκάκια! Πάντα από διαφορετικούς δρόμους. Όταν δε ένιωθα την έλλειψη της παρέας δεν είχα παρά να ρωτήσω κάτι άσχετο έναν ντόπιο και οι πόρτες άνοιγαν διάπλατα για καφεδάκι και νοερά ταξίδια στη Σύρο του χθες!!! 
    Πάντα ζήλευα τους τουρίστες που έβλεπα στις διακοπές μου να περπατούν με τα σακίδιά τους και να γνωρίζουν με την περπατησιά τους τους τόπους που επισκεπτόμουν. Εγώ πάντοτε προσπερνούσα τα άγνωστα τοπία όπου βρισκόμουν έτσι άχρωμα, άχαρα και βιαστικά κοιτάζοντάς τα μέσα από το αυτοκίνητό μου. 
      Το ταξίδι που εγώ ονειρευόμουν ήταν κάτι που δεν τολμούσα να το ζητήσω από κανέναν γιατί ήξερα πολύ καλά την απάντηση και την αποδοκιμασία. 
      Δεν έχω κάνει πολλά ταξίδια μόνη μου από τότε. Δεν έτυχε. Μα με την πρώτη ευκαιρία τα αποζητώ και τα πραγματοποιώ δίχως ενδοιασμούς και δίχως προκαταλήψεις. Αυτή η απόδραση στη Σύρο μου άλλαξε για πάντα το πλάνο στο άλλοτε στενό μυαλό μου. Ήταν μια καθοριστική εμπειρία την οποία αξιοποίησα κατάλληλα για την μετέπειτα στάση ζωής που υιοθέτησα. 
     Τώρα πια ξέρω πως οι άνθρωποι δεν με κοιτούν με θλίψη και οίκτο αν ταξιδέψω μόνη μου. Είμαι μια άγνωστη μέσα σε αγνώστους. Κι όπως σε ΄μένα είναι αδιάφοροι οι ξένοι, έτσι κι εγώ απαρατήρητη και αδιάφορα περνώ από δίπλα τους δίχως να με αντιλαμβάνονται. Δίχως καν να με βλέπουν. 
     Τώρα πια ξέρω πως η υλοποίηση των επιθυμιών μου, των ονείρων μου και των αναγκών μου δεν εξαρτάται από κανέναν παρά μονάχα από εμένα.  
       Τώρα πια ξέρω πως η ελευθερία είναι ένα πουλί που ζει μέσα στο ασφαλές κλουβί του νου μου, του οποίου ωστόσο η πόρτα είναι πάντα διάπλατα ανοικτή. Και ποτέ, μα ποτέ δεν κλείνει... 


Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Ένας χρόνος μετά.


Η παραμονή μου στην blog-κο-σφαιρα μετρά μόλις ένα χρόνο πίσω και είχε θαρρώ πολλά σκαμπανεβάσματα.
Καταγράφηκαν από το δειλό μου εκείνο ξεκίνημα μέχρι και σήμερα, ανασφάλειες, γκρίνιες, συγκινήσεις, θυμός, απορίες, αγανάκτηση, ελπίδες, έρωτες, μελαγχολία, ευφορία, λύπη, θύμησες... Όλα όσα δηλαδή μέσα μου φυλάω και δεν διστάζω ούτε και στην πραγματική ζωή εκεί έξω να τα εξωτερικεύσω. Γιατί όλα αυτά είμαι εγώ και γιατί είμαι κι εγώ ένας άνθρωπος όπως όλοι σας. 
Με την παρούσα ανάρτηση επιλέγω να κλείσω στο ηλεκτρονικό μου αυτό σπίτι, την πόρτα του έτους που μας πέρασε.

Να μη χαθώ...

Έχω μιαν έγνοια μοναχά.
Μη φοβηθώ.
Μην επιτρέψω στο μυαλό δρόμους μονόδρομους 
ν' ακολουθήσει.
Μην του επιτρέψω και σε σκοτεινά δωμάτια κλειστεί,
κι αφού κλειδώσει ερμητικά,
σ' ωκεανούς να ρίξει τα κλειδιά που τη δική μου ελευθερία
φυλακίζουν.
Και αντιμάχομαι στην έγνοια μου αυτήν.
Με πράξεις άκαιρες κι ανούσιες για τους κοινούς θνητούς
όπου κι εγώ ανήκω.
Αμύνομαι με γέννες και διαρκώς εγκυμονώ,
έμβρυα που με το φως τους όλα του κόσμου μου
διαλύουν τα σκοτάδια.
Κι έτσι γεννώ καθημερνά, ελπίδες, όνειρα και ευτυχίες.
Τα κανακεύω σαν παιδιά μικρά
και τρυφερά τα μεγαλώνω.
Άλλα μου χάνονται μωρά κι άλλα τα φτάνω ως την εφηβεία.
Ύστερα, κι αυτά τα χάνω.
Σβήνουν μέσα στα χέρια μου όσο στα μάτια τα κοιτώ,
ενώ προσπαθώ λίγο απ' το φώς τους να ρουφήξω.
Και κλαίω. Θρηνώ σπαραχτικά με κάθε τους χαμό.
Είναι παιδιά μου όλα λατρεμένα, ποτέ δεν τα ξεχνάω.

Όμως...
Την ίδια εκείνη τη στιγμή που η οιμωγή ξεσπάει,
Μιαν άλλη γέννα με ανυπόφορες οδύνες (ωδίνες) και θυσίες προσπαθώ.
Άλλα παιδιά στου κόσμου τούτου το χαμό 
απ' την αρχή να φέρω.
Απ' το δικό τους κόσμο να πιαστώ...
Να μη χαθώ!

Κι ας ξέρω πως κι αυτά,
ίσως και πάλι να τα χάσω.
Ζ.Μ.



Η Αριστέα http://princess-airis.blogspot.gr/2016/12/14o-Symposio-Poiisis.html?spref=fb ) της blogo-γειτονιάς "μας" (ελπίζω, μετά από ένα χρόνο παραμονής μου εδώ, να μου επιτρέπεται το "μας")και πάλι μας έδωσε κίνητρο να προσπαθήσουμε να αγγίξουμε το αδύνατο. Στο καθιερωμένο πλέον δρώμενό της μας ζήτησε να φτιάξουμε ένα ποίημα χρησιμοποιώντας τις παρακάτω αναγραφόμενες λέξεις-κλειδιά, είτε όλες, είτε κάποιες από αυτές, σε όποια μορφή επιλέξουμε, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, σε έμμετρο ή ελεύθερο στίχο, ή χαϊκού.

Λέξεις κλειδιά : "γεννάω - γέννα - γέννηση - γέννημα ή Χριστούγεννα"


Και αυτή, όπως ήδη καταλάβατε, ήταν η δική μου προσπάθεια.


Ευχές λοιπόν για μια χρονιά της οποίας η ζυγαριά θα γέρνει προς την αισιοδοξία και τις ευτυχισμένες στιγμές!!!



ΚΑΛΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ & ΑΚΟΜΗ ΠΙΟ ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΝΕΑ ΜΑΣ ΧΡΟΝΙΑ ΦΙΛΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ ΜΟΥ.

Και μην ξεχάσετε να πάρετε από την χρονιά που πέρασε κάτι που σας ανήκει.
Το χαμόγελό σας!!!  <3




Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

Προσοχή στην ομορφιά! Γιατί : " Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο "

   

     
      Κάποτε, μικρό παιδί ακόμη, όταν κάτι μου άρεσε πολύ, ήθελα να το αγγίζω. Να νιώσω ήθελα, πιο έντονα με την αφή την ομορφιά του. 
    Χρόνο το χρόνο, όπως μεγάλωνα, η εμπειρία της ζωής, μου δίδαξε πως την ομορφιά για να συνεχίσει να ομορφαίνει τη ζωή σου, δεν την αγγίζεις με κινήσεις βίαιες και δεν την γεύεσαι με λαίμαργες αισθήσεις. Γιατί έτσι, υπάρχουν φορές, που την μεταλλάσσεις σε ασχήμια. Κάτι που σου είναι πιο οικείο και το αντέχεις. Άλλοτε τότε σου πεθαίνει από απόγνωση κι άλλοτε, αν είναι τυχερή και προλάβει, χάνεται από τον κόσμο σου, έστω και αλλαγμένη, αλλοιωμένη έτσι όπως την ήθελες, πληγωμένη κι ασχημούλα από τις πληγές που της προξένησες. Κι αυτό γιατί της έδωσες ένα άλλο σχήμα αποκόπτοντάς την βίαια από το φυσικό της περιβάλλον. Της έδωσες μιαν άλλη μυρωδιά όταν μπερδεύτηκε με την δική σου μυρωδιά έτσι όπως την κράτησες. Της έδωσες μιαν άλλη εικόνα έτσι όπως στα χέρια σου την έπλασες είτε ηθελημένα είτε άθελά σου στην προσπάθειά σου να την παρατηρήσεις, να την αντιγράψεις, να την κάνεις κτήμα σου. Είναι ωστόσο ζωντανή και με άσβεστη τη φλόγα της ελπίδας στην ομορφιά που γλίτωσε απ΄ τον θάνατο. Όπως ας πούμε για παράδειγμα το χιόνι. Το βλέπεις εκεί, μπροστά σου σε σημείο που δεν υπάρχουν ίχνη από πατημασιές ανθρώπων ή και ζώων και το θαυμάζεις γιατί είναι ακόμη αγνό, κατάλευκο, απαλό. Πλησιάζεις, απλώνεις το χέρι σου και το πιάνεις. Το κάνεις χιονόμπαλα και το στριφογυρνάς στις χούφτες σου. Το πετάς μακριά θυσιάζοντάς το στο παιχνίδι ενός πολέμου ή το κρατάς μέχρι ν’ αρχίσει να σου λιώνει και να αλλάζει τη θερμοκρασία του σώματός σου. Κι όταν αρχίσει να σε πονάει η διαφορά θερμοκρασίας, η οποία από την αρχή ήξερες πως υπάρχει αλλά δεν σε ένοιαξε, τότε και πάλι το πετάς μπροστά στα πόδια σου. Και μετά το προσπερνάς και τραβάς για να θαυμάσεις άλλα άβατα χιονισμένα μέρη. Και το χειρότερο? Πριν φύγεις τσαλαπατάς τη λιωμένη σου χιονόμπαλα γιατί θέλεις ν’ αφήσεις το αποτύπωμά σου πάνω της. Γιατί εσύ αισθάνεσαι άσχημος και γιατί θέλεις την ομορφιά να την υποδουλώσεις. 
   Μα η λιωμένη σου χιονόμπαλα έστω κι έτσι, ευελπιστεί πως θα δώσει ζωή κάτω απ' τη γη σ΄ένα σποράκι και θα το κάνει να βλαστήσει. Κι αυτό σε θυμώνει πιο πολύ όταν το σκέφτεσαι μα η ζηλοφθονία που νιώθεις δεν μπορεί άλλο κακό να κάνει στην ομορφιά που ήδη μετάλλαξες.



   Υπάρχουν όμως και φορές που η ομορφιά αποκόβεται με τρυφερότητα και σεβασμό από το φυσικό της περιβάλλον. Μάθε το. Γιατί όσο ζει ο άνθρωπος θα πρέπει να μαθαίνει. Και να αλλάζει. Και είναι θαρρώ πολύ καλύτερα στην περίπτωση αυτή εκεί όπου η ομορφιά καταλήγει αν νιώσει την αγάπη και την φροντίδα που χρειάζεται και έχει ανάγκη. Όπως ας πούμε ένα αγριολούλουδο που βρίσκεται στη φύση όπου τα βήματά σου σ’ έφτασαν εκεί αναζητώντας τη γαλήνη που απλόχερα προσφέρει. Σκύβεις, το κόβεις και με δέος το κοιτάς για ώρα. Κι ύστερα, στη θαλπωρή του χώρου σου, ψάχνεις να βρεις το πιο όμορφο βάζο που 'χεις για να το τοποθετήσεις μέσα. Κι αφού γεμίσεις το βάζο σου με το απαραίτητο νερό που έχει ανάγκη το αγριολούλουδο, το τακτοποιείς εκεί με αργές κινήσεις που δηλώνουν το σεβασμό στην εύθραυστη ομορφιά του. Μη νομίζεις πως δεν καταλαβαίνει τη ζεστασιά την οποία αποπνέει η ατμόσφαιρα όπου αναπάντεχα βρέθηκε. Κι αν είναι μπουμπούκι ακόμη, μεταμορφώνεται μπροστά στα μάτια σου μέρα τη μέρα. Και γίνεται ένας πίνακας ζωγραφικής με πολλαπλά θέματα. Αν πάλι είναι ένα από εκείνα τ' αγριολούλουδα που άνθισαν πριν καιρό και έδωσαν ότι είχαν για να δώσουν στον ορισμό της ομορφιάς, τότε ανοίγει ακόμη πιο διάπλατα τα πέταλά του κι αναδίδει ξεδιάντροπα τη μυρωδιά που του έχει απομείνει. 
Θέλοντας έτσι να ανταποδώσει την αγάπη που εισπράττει στα στερνά του με κάτι που ίσως να μην μπορείς ν' αφουγκραστείς, ούτε να νιώσεις αν οι αισθήσεις σου συνεχίζουν να είναι παγωμένες.

   Σκύψε ν' ακούσεις το λουλούδι σου. Κάτι σου λέει και κάτι σου δίνει ακόμα. Γιατί μόνο αυτό έμαθε και μπορεί να κάνει. Έτσι απλά να αναδίδει μυρωδιές και να σκορπά το χρώμα του δείχνοντας πως είναι αλήθεια : "Η ομορφιά τον κόσμο μας θα σώσει".
     Κι ύστερα πεθαίνει ευτυχισμένο που το άρωμά του κάπου το χάρισε στο τέλος της ζωής και δεν το σκόρπισε στους τέσσερις ανέμους.



     Σημ. Τα λουλούδια της τελευταίας φωτογραφίας, ήταν τα πρώτα κάποιας άνοιξης. Θυμάμαι κράτησαν στο βάζο για δύο ολόκληρες εβδομάδες και καμιά φορά, όταν απεγνωσμένα αποζητώ την άνοιξη, ανατρέχω σ' αυτήν την φωτογραφία η οποία είναι ποτισμένη ακόμη με το άρωμά τους. 

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΑΓΝΩΣΤΟΙ ΦΙΛΟΙ !!!
ΚΑΛΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ !!!

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Έτσι απλά


   Και να που μπαίνουμε στην τελική ευθεία. Σε δύο μόλις εβδομάδες θα διπλώνουμε με επιμέλεια τις αναμνήσεις του χρόνου που μας πέρασε για να τις τακτοποιήσουμε στη βαλίτσα που ευλογηθήκαμε εφ' όρου ζωής να κουβαλάμε. Αν φυσικά αυτό που πεπρωμένο τ' ονομάζουμε μας το επιτρέψει, και δεν θελήσει να μας εντάξει στους άτυχους (???) από ένα σημείο της ζωής μας κι ύστερα αφήνοντάς μας δίχως αποσκευές, δίχως μνήμη, δίχως θύμησες (βλ. Alzeimer).  
   Οι μέρες κυλούν με σκαμπανεβάσματα και σύντομα θα φθάσει εκείνο το καθιερωμένο πλέον εδώ και χρόνια βραδάκι, όπου θα ανάψω το τζάκι και θα καλέσω τον εαυτό μου να του τρατάρω ένα ποτήρι κόκκινο γλυκό, ναι, γλυκό κρασί, για να τον γλυκάνω και να τον παροτρύνω να κάνει τον απολογισμό της χρονιάς που πέρασε. Και κοιτάζοντας έτσι άσκοπα τις φλόγες να αλλάζουν διαρκώς μέγεθος και σχήμα, θα "λυθεί" από το γλυκόπιοτο κρασάκι και θα αρχίσει τις απαριθμήσεις, οι οποίες άλλοτε θα με κάνουν εμένα, τον ακροατή του εαυτού μου, να χαμογελώ με εκείνα τα χαμόγελα της ευτυχίας, κι άλλοτε το σχήμα στα χείλη και στα μάτια μου θα αλλάζει. Και θα δροσίζεται το πρόσωπο με τις σταγόνες της δροσιάς που ανανεώνουν την ψυχή κι απορροφούν την κάψα από το πρόσωπο που η ζέστη της φωτιάς αφήνει.
   Κι όταν με το καλό τελειώσει τις απαριθμήσεις του ο εαυτός, θα σκύψω εγώ ο σιωπηλός του θεατής, με τρυφερότητα μέσα βαθιά του για να δω. Και θα τον βοηθήσω να βάλει μια τάξη μες την αταξία των συναισθημάτων του, κι ύστερα θα τον βοηθήσω πάλι να ξεχωρίσει τι πρέπει κρατήσει σαν θησαυρό και τι πρέπει να πετάξει στα σκουπίδια. Να κάνει χώρο δηλαδή για ότι καινούριο η νέα χρονιά θα φέρει. 
   Κι εκεί, στο μισοσκόταδο του δωματίου, το οποίο αχνοφωτίζουν τα Χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια του στολισμένου δέντρου και της τρεμάμενης φωτιάς από το τζάκι, θα κάνω μια μεγάλη αγκαλιά τον εαυτό και θα του υποσχεθώ για μια ακόμη φορά πως θα τον αγαπώ, πως θα τον νοιάζομαι και πως θα τον φροντίζω όσο καλύτερα μπορώ. Για τώρα και για πάντα. 
   Κι αυτός που είμαι σίγουρη πως ξέρει, ότι τα "θα" τα δικά μου και τα "πάντα" τα κρατώ, ήσυχος τότε θα κουρνιάσει στη θαλπωρή που του χαρίζεται από τον χώρο και από τη ζεστή αγκαλιά μου. Κι ανάλαφρος όπως θα νιώθει, θα τον αφήσω να ονειρεύεται και να απολαμβάνει την πολύτιμη στιγμή που του προσφέρω.
   Και, δίχως να νιώθει αχάριστος για ό,τι με κόπο πολύ έχει κερδίσει, δεν θα πάψει να ελπίζει σ' ένα καλύτερο αύριο. Σε ένα όνειρο ή ακόμη, γιατί όχι, σε ένα θαύμα.
Γιατί το δικαιούται και γιατί το αξίζει.

Λοιπόν
Άγνωστοι φίλοι που διαβάζετε,
κι εσείς κορίτσια μου γλυκά που κάποτε θα περάσετε από εδώ,
από καρδιάς σας εύχομαι ετούτες τις γιορτές, μα και όλες τις επόμενες,
οι αγκαλιές που δέχεστε και δίνετε να είναι αληθινές, ζεστές και να κρατούν τις μπαταρίες της ψυχής σας συνέχεια φορτωμένες με αγάπη!!!

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ / ΚΑΛΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ !!!



Τα ποιήματα στο δρόμο 

Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, 
έξω απ’ τα βιβλία:
αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν
σαν φουγάρα·
που αναβοσβήνουν μες στη νύχτα,
σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια
―όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής,
στη θαλπωρή των δωματίων,
αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.
Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν:
τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας
στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων:
αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη·
που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο.
Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο,
μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.
Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά:
τα ποιήματα-συνένοχοι·
εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι.
Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα,
δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα:
τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»·
αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν,
όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα,
που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα
καθώς και τα ποιήματα-παππούδες,
γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής
εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.
Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες
που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις,
ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει.
Δεν αντέχω και τα ψωνάκια:
τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά
ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.
Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά,
τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά·
τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ.
Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ:
τα ποιήματα-Μπεν Χουρ,
αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι
κυρίως για τους κριτικούς
κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.
Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά:
τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι
ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο
και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».
Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους
ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι.
Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι»
καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.
Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν:
 αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω.
Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ:
εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν.
Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο,
με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.
Νίκος Χουλιαράς