Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

Εκεί.




     Ο Χρήστος, που έχει το απέναντι καφενείο όπου έπινα τον πρωινό καφέ μου, ήταν προβληματισμένος πολύ με την κατάσταση που βίωνε τους τελευταίους μήνες. Η μόνιμη κατοικία της πρώην γυναίκας του μου είπε, μαζί με τα δύο τους παιδιά, είναι στις Βρυξέλλες. Κι εκείνο το διάστημα όπου βρισκόμουν στο νησί, η Κυβέρνησή των Βρυξελλών είχε κηρύξει την πρωτεύουσα σε κατάσταση συναγερμού, δεδομένου ότι υπήρχε μεγάλος κίνδυνος βομβιστικών επιθέσεων από ενόπλους. Στην επικοινωνία που είχε ο Χρήστος με την πρώην γυναίκα του, έμαθε πως η πόλη είχε νεκρώσει. Κάτι σαν πραξικόπημα μου είπε χωρίς να έχει γίνει πραξικόπημα. Στους κεντρικούς δρόμους δεν κυκλοφορούσαν αυτοκίνητα και ήταν κλειστά μουσεία, σινεμά και μεγάλα καταστήματα. Υπήρχαν φρουροί έξω από μεγάλα ξενοδοχεία καθώς επίσης και τα Μακ Ντόλαντς και τα Quick και οι πολίτες που κυκλοφορούσαν ήταν ελάχιστοι σε σχέση με τους στρατιώτες που είχαν αναπτυχθεί στους δρόμους των Βρυξελλών. Ήταν γνωστή η κατάσταση που επικρατούσε εκείνο το διάστημα γενικότερα σε όλη την Ευρώπη μετά την τρομοκρατική επίθεση στο Παρίσι.
     Δεν καταλάβαινα ακριβώς τι εννοούσε, ή τουλάχιστον δεν ήθελα άλλες εικόνες στο μυαλό μου να προσθέσω, και για τον λόγο αυτό κράτησα απόσταση μεγάλη απ' τις ειδήσεις που συνεχώς αλλάζανε.
     "Στο κύμα μεταναστών που πέρασε όλον αυτόν τον καιρό μπροστά από το μαγαζί μου δεν έμεινα αμέτοχος", συνέχισε ο Χρήστος. "Κανένας δεν θα μπορούσε να μείνει αμέτοχος. Ο καθένας έκαμνε και κάνει ό,τι μπορεί καλύτερο. Καθημερινά πρόσφερα σε όποιον περνούσε το κατώφλι αυτό, ένα ζεστό τσάι, καφέ, τυρόπιτα, κρύο σάντουιτσ, κρουασάν. Ό,τι μπορούσα και ό,τι μπορώ ακόμα κάνω. Από ανθρωπιά και μόνο. Φαντάσου όμως (ήταν σα να μιλούσε τώρα στον εαυτό του με εμφανή τη θλίψη ζωγραφισμένη στα μάτια του), φαντάσου, η ζωή της πρώην γυναίκας μου και των παιδιών μου ίσως κάποια στιγμή να απειληθεί από κάποιον που πέρασε από το μαγαζί μου και τον κέρασα ανθρωπιά και αγάπη!"
      "Μην κάνεις τέτοιες σκέψεις του είπα" και όση ώρα μου μιλούσε εκείνο το πρωινό κοίταζα το κτίριο απέναντι με τα δακρυσμένα μάτια. Θα μπορούσε σκέφτηκα, όταν ο Χρήστος επέστρεψε στον πάγκο του, να κλαίει για τα περασμένα μεγαλεία που δεν νοιάζεται πλέον κανένας να τα ακούσει. Ή θα μπορούσε να κλαίει για την εγκατάλειψή του, τη χαμένη του αίγλη και το πέρασμα του χρόνου που άφησε τόσο έντονα σημάδια επάνω του, ή ίσως ακόμη και να κλαίει για τις μοναδικές παροχές υπηρεσιών που δεν μπορεί πλέον να προσφέρει σε όμορφους καλότυχους ανθρώπους.
    Το πιο πιθανό όμως, προσωπική μου άποψη, είναι ότι αυτό το κτίριο κλαίει γιατί δεν αντέχει να βλέπει τα όσα το επιβλητικό του ύψος του επιβάλλει να τα βλέπει. Και δεν θέλει άλλο ν΄ αντικρίζει τίποτα πια, κουράστηκε. Κάλιο θα ήτανε θαρρώ για εκείνο, να σωριαστεί, να πέσει. Να γίνει ένα με τη γης...


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου