Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Σασά Γκιτρύ




      ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ στις 28 Απριλίου 1882 σ’ ένα μικρό ωραίο χωριό του Καλβαντός, στο Τορτιζαμπέρ. Όταν φεύγοντας απ’ το Λιβαρό πηγαίνουμε προς το Τροάρν, βλέπουμε το κωδωνοστάσιο της εκκλησίας του προς τα αριστερά μας.


      Οι γονείς μου ήταν έμποροι αποικιακών προϊόντων, έκαναν δηλαδή μια δουλειά πού τούς άφηνε γύρω στις 5000 φράγκα κέρδος το χρόνο. Ή οικογένεια μας ήταν πολυάριθμη. ’Από τον πρώτο της γάμο ή μητέρα μου είχε δυο παιδιά, ενώ με τον πατέρα μου είχε αποκτήσει ένα γιό και τέσσερα κορίτσια. Ό πατέρας μου είχε τη μητέρα του,' ή μητέρα μου είχε τον πατέρα της και επί πλέον έμενε μαζί μας ένας θείος κωφάλαλος.

      Και όμως μέσα σε μια μέρα, χάρις σ’ ένα πιάτο μανιτάρια έμεινα μόνος στον κόσμο.

    ’Εκείνη την ημέρα είχα κλέψει ένα πενηνταράκι από το συρτάρι πού συνήθιζαν οι δικοί μου να βάζουν τα ψιλά, για να αγοράσω βόλους. Ό πατέρας μου κόκκινος από το θυμό του μου φώναξε :

  —Επειδή έκλεψες, δε θα φας σήμερα μανιτάρια.
      "Αχ αυτά τα Θανατηφόρα μανιτάρια, πού τα είχε μαζέψει ο κωφάλαλος Θείος μου. ’Εκείνο το βράδυ υπήρχαν στο σπίτι μου έντεκα νεκροί.
      Όποιος δεν έχει ίδει έντεκα πτώματα ταυτοχρόνως, δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει αυτό το θέαμα.
        Να μιλήσω για τη λύπη πού ένιωσα;
     Ας πούμε καλλίτερα την αλήθεια. ’Ήμουν τότε μόνο δώδεκα χρόνων και δεν πήρα το πράγμα πολύ βαριά. "Άλλωστε μπορεί να κλάψει κανείς για τον πατέρα του ή για τον αδελφό του, αλλά πώς να μπορέσει να κλάψει για , έντεκα πρόσωπα. Δεν ξέρει για πιο πρόσωπο να πονέσει. Υπάρχει ένα είδος αμηχανίας εκλογής. Ό πόνος μου πηγαίνοντας πότε προς το ένα πρόσωπο και πότε προς το άλλο εξατμιζότανε τελικά.
     Ό γιατρός Λαβινιό, πού τον φώναξα τ’ απόγευμα, προσέφερε επί ώρες και ώρες τις πολύτιμες υπηρεσίες του στους αρρώστους. Πολύτιμες μα αλλοίμονο και άχρηστες. Ή οικογένεια μου χάθηκε μια για πάντα.
       Ό εφημέριος Μ... πού γευμάτιζε εκείνη την ημέρα στο Μαρκήσιο ντε Μποβουάρ, έφτασε με την μοτοσυκλέτα του στις 4 το απόγευμα. Στις 5 όλο το χωριό είχε μαζευτεί στο σπίτι μας. Ό μπάρμπα-Ρουσώ, πού ήταν παράλυτος εδώ και είκοσι χρόνια, ήρθε πάνω στην πολυθρόνα του. "Αν και ήταν τυφλός επαναλάμβανε σπρώχνοντας τούς άλλους.
   —Αφήστε με να δώ ! ’Αφήστε με να δώ !
         Οι γείτονες πότε με έστελναν στο ένα δωμάτιο και πότε στο άλλο. Μη ξέροντας πια που να κρυφτώ, πήγα και χώθηκα φοβισμένος κάτω από ένα πάγκο του καταστήματος. Από κει άκουγα ποικίλα σχόλια των συγχωριανών μου.
      Οι πρώτοι θάνατοι, όπως άλλωστε ήταν και φυσικό, δημιούργησαν μία απέραντη λύπη. Άλλα από τον τέταρτο θάνατο οι αναγγελίες τους άρχισαν να γίνονται με λίγα λόγια και αργότερα με τη λακωνική φράση:
       «Ακόμα ένας» !
    Και όλοι αυτοί οι κατάκοποι και καρτερικοί χωρικοί ξανάπαιρναν ζωή βλέποντας τόσους νεκρούς. Θα πίστευαν αναμφίβολα πώς από δώ και μπρος θα είχαν πολύ περισσότερο αέρα να αναπνέουν.
    Από την κρύπτη μου άκουγα τούς πιο καταπληκτικούς διαλόγους.
   — Και ή γιαγιά ;
   —Δεν πέθανε ακόμα. Δεν αντέχει όμως περισσότερο από είκοσι λεπτά.
   —Μένουν πολλοί ακόμα ;
   —Περισσότεροι από τέσσερις.
           Ό δολοφόνος θείος μου, ό κωφάλαλος, πέθανε τελευταίος μέσα σε τρομερούς πόνους
   —Ποιος είναι αυτός πού φωνάζει τόσο δυνατά ;
   —Είναι ο μουγγός, απαντούσαν.
         Όταν κατά τις επτά ή ώρα είχαν πεθάνει όλοι, βγήκα από την κρύπτη μου και βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο με το γιατρό, πού κατακουρασμένος σκούπιζε το πρόσωπό του.
        Μόλις με είδε με κοίταξε προσεκτικά, με αναγνώρισε και σα να μη πίστευε στα μάτια του μου είπε.
   —Έ! Καλά... και συ ;
         Και υπήρχε στη φωνή του μια απέραντη έκπληξη μαζί μ ένα τόνο μομφής.
      Ύστερα πρόσθεσε '·
   —Τί κάνεις εσύ εκεί ;
        Και αυτό το «τί κάνεις εσύ εκεί ;» δεν σήμαινε «τί κάνεις εσύ κάτω απ’ τον πάγκο», όχι, σήμαινε «τί κάνεις εσύ πάνω στη γη ;» Πραγματικά με ποιό δικαίωμα δεν είχα πεθάνει όπως όλος ό κόσμος ;
   —Δεν αισθάνεσαι άσχημα ;
   —Όχι, καθόλου.
   —Μα πως γίνεται αυτό ;
       Και με κοίταζε σα να ήμουνα ένα περίεργο φαινόμενο ή μάλλον ένας διάβολος. Αυτό το αγόρι των δώδεκα χρόνων, πού έφαγε ατιμώρητα δηλητηριώδη μανιτάρια, πού μόνο αυτό ζούσε από όλους τούς δικούς του, αποκτούσε ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον. Τί πεδίο επιστημονικών παρατηρήσεων ! Και όπως μου φαινότανε πώς με παρατηρούσε, μέσα στα σπλάχνα μου, ομολόγησα την αλήθεια.
   —Δεν έφαγα μανιτάρια.
   —Γιατί;
         Κι αυτό το «γιατί» πού τόπε πολύ γρήγορα, ήταν απίθανο κι ορκίζομαι πώς είχε ένα τόνο επιτιμητικό.
           Και όπως επαναλάμβανε: «Γιατί; Γιατί ;» προτίμησα να τα ομολογήσω όλα. ’Αφηγήθηκα το έγκλημά μου και ανέφερα το είδος της τιμωρίας μου.
          Ή ιστορία γρήγορα διαδόθηκε στο χωριό και σάς αφήνω να μαντεύσετε τί είδους σχόλια δημιούργησε.
       Την ημέρα της κηδείας ακλουθώντας αυτά τα έντεκα φέρετρα, με το κεφάλι χάμω και τα μάτια ξερά, διερωτόμουνα εάν το γεγονός ότι είχα σωθεί ως εκ θαύματος, δεν με έκανε κάπως υπεύθυνο για όλους αυτούς τούς θανάτους, την ώρα μάλιστα πού άκουγα πίσω από την πλάτη μου να μουρμουρίζουν.
   —Ξέρετε γιατί ό μικρός δεν πέθανε Γιατί έκλεψε.
          Ναι, ζούσα γιατί είχα κλέψει. Από αυτό έβγαινε το συμπέρασμα ότι οι άλλοι είχαν πεθάνει γιατί ήταν τίμιοι... Και κείνο το βράδυ, την ώρα πού είχα πέσει στο κρεβάτι μου μόνος μέσα σ’ ένα έρημο σπίτι, απέκτησα για τη δικαιοσύνη και για την κλεψιά μια γνώμη, πού ίσως είναι παράδοξη, αλλά πού σαράντα χρόνια ζωής δεν στάθηκαν ικανά να μου την αλλάξουν.

πηγή : Αντικλείδι , http://antikleidi.com/



5 σχόλια:

  1. Καλησπέρα Ζωή. Σοκαριστικό και εξαίρετο πραγματικά. Καλό βράδυ να έχεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλή σου μέρα Γιάννη!
    Ζητώ συγνώμη που άργησα να απαντήσω στην καλημέρα σου μα έτσι είναι κάθε τέτοια περίοδο. Ξεκινάς διάφορα και μέχρι να βρεις τους ρυθμούς σου ζορίζεσαι λίγο.
    Χαίρομαι που σε άγγιξε και αυτή η ανάρτηση.
    Ευχές για όμορφο Σ/Κ!!!

    Υ.Γ. Τα απρόοπτα που για πάντα μένουν μέσα μας και συντροφεύουν αναπολώντας τα τις δύσκολες μέρες της ζωής μας όταν έρχονται, μπορούμε κι εμείς να τα προκαλέσουμε. Σκέψου το και κανόνισε εκπλήξεις που θα ξαφνιάσουν ευχάριστα τη γυναίκα σου τώρα που η εποχή είναι ιδανική... ;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Κατ' αρχάς τρελαίνομαι για φρέσκα μανιτάρια αλλά καλλιεργημένα μια και αντικαθιστούν και αυτά το κρέας στους χορτοφάγους που είναι η αφεντιά μου! ;-)
    Πάμε τώρα στην ιστορία μια και επί τέλους βρήκα χρόνο να σχολιάσω την απίστευτη αυτή ιστορία! (Την είχα διαβάσει πριν λίγες μέρες εδώ!)...
    Τι να σχολιάσω, μάλλον θα σου γράψω σκέψεις και ερωτήματα που γεννήθηκαν με αυτό το κείμενο.
    Δεν είναι καλύτερο να επιζήσεις μιας τραγωδίας και ας σε φωνάζουν κλέφτη; (σιγά και το κλέψιμο!)
    Μήπως εδώ "κολλάει" το πόσο και αν μας ενδιαφέρει η γνώμη των άλλων ειδικά όταν μέσα μας οι ίδιοι έχουμε ήσυχη την συνείδηση μας;
    Μήπως εδώ μπορούμε να πούμε και το "κάθε κακό σε καλό";
    Πόσοι άνθρωποι σώθηκαν πχ από αεροπορική τραγωδία επειδή έχασαν το αεροπλάνο;
    Όλα αυτά είναι τυχαία ή υπάρχει κάποιο πεπρωμένο, υπάρχει ελεύθερη βούληση;
    Είδες Ζωή μου πόσα ερωτήματα γέννησε η ανάρτηση σου; ;-)

    Με αυτά τα ερωτήματα σε αφήνω και εύχομαι να έχουμε ένα ηλιόλουστο και ήσυχο Σ/Κ! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Στεφανία μου γεια σου!
      Κατ' αρχήν να πω πως έχω να σου συστήσω ένα καταπληκτικό μαγαζί στα Γρεβενά που σερβίρει ότι φαγητό μπορείς να φανταστείς με μανιτάρια. Από μανιταρόσουπες μέχρι και μανιτάρια τουρσί. Θα το λατρέψεις σου το εγγυώμαι και δεν θα ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις!!!
      Τώρα όσον αφορά το κειμενάκι, διάβαζα το σχόλιό σου και σκεφτόμουν "για δες!".
      Είναι τόσο όμορφο να διαβάζουν το ίδιο κειμενάκι διαφορετικά άτομα με κριτική σκέψη και ο καθένας να κάνει τους δικούς του συνειρμούς. Και ακόμη πιο όμορφο είναι να μπορούμε να μοιραζόμαστε τις σκέψεις μας έστω κι έτσι!
      Στέκομαι στα ερωτήματα που σου "έβγαλε" το παραπάνω κείμενο και θα σου απαντήσω σ' ότι επισημαίνεις.
      Η ζωή θεωρούμε πως είναι καλύτερη από τον θάνατο, αλλά ωστόσο η άποψη αυτή δεν θα μπορούσε να είναι αντικειμενική μιας και δεν ξέρει κανείς τι ακολουθεί. Με τα δεδομένα που έχουμε λοιπόν, ναι, καλύτερα να επιζήσεις από μια τραγωδία με όποιο κόστος. Από την άλλη πάλι το κόστος αυτό το βιώνει κάθε άτομο διαφορετικά, επομένως η ζωή θα μπορούσε να είναι ίσως και φορτική αν η ψυχοσύνθεση του ατόμου δεν άντεχε τις συνέπειες (απάντηση και ως προς το δεύτερο ερώτημά σου).
      Για τα ερωτήματα που θέτεις τέλος σχετικά με το τυχαίο, προσωπικά πιστεύω πως τίποτε δεν γίνεται στην τύχη. Τουλάχιστον εγώ έτσι το βιώνω συνέχεια. Κάθε τι που μου συμβαίνει μπορεί τη συγκεκριμένη στιγμή να μοιάζει παράτερο και δυσβάσταχτο, αλλά στο πλήρωμα του χρόνου ξεκαθαρίζει η εικόνα και βρίσκομαι κάπου καλύτερα από πριν. Όπως και με τους ανθρώπους που διασταυρώνονται οι δρόμοι της ζωής μας. Οποιοσδήποτε εμφανισθεί στη ζωή μου έτσι ξεκάρφωτα, πάντα κάπου με οδηγεί και ύστερα είτε χάνεται είτε παραμένει στη ζωή μου και γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της.
      Να το ξαναπώ? Θα το ξαναπώ! "για δες!!!"
      Καλό απόγευμα Στεφανία μου!!!


      Υ.Γ. Το Φεστιβάλ μας τελειώνει το Σ/Κ αυτό. Δεν κατάφερα ούτε μια φορά να το παρακολουθήσω, το πιστεύεις??? ... :(

      Διαγραφή
  4. Και η ίδια χωρίς να συμβαίνει τίποτα το διαφορετικό απ΄το καλοκαιράκι, κάτι γίνεται και δεν προλαβαίνω καλά καλά ούτε στα σχόλια του blog μου ν' απαντήσω, ας μην αγχωνόμαστε όμως ειδικά όταν πρόκειται για τα blogs μας!
    Τώρα λέω να φάω και κάτι που ετοίμασε ο Ν. όσο ήμουν στο blogging! ;-)

    ΑπάντησηΔιαγραφή