Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

Τα χάρτινά μου καραβάκια.



Το παρακάτω κείμενο το αντιγράφω από μια ανάρτηση που έκανα λίγο πριν τα Χριστούγεννα στο fb. Είναι αυτό που η κόρη μου αφού το διάβασε μπήκε στη διαδικασία να μαζέψει τις σκόρπιες σκέψεις μου σ' αυτήν την γωνιά. Επιλέγω να το αναρτήσω κι εδώ για δύο λόγους. Αφενός γιατί θα ήθελα να το μοιραστώ ακόμη για μια φορά στον καινούριο αυτον χώρο και αφετέρου γιατί θα ήθελα να μείνει κι αυτό εδώ και να μην χαθεί με τις άλλες σκέψεις μου που σκόρπισαν άσκοπα στον αέρα (fb). 

 " Στο πλοίο ή
   Συνταξιδεύοντας με πρόσφυγες.
        ...
  
    Η ουρά ήταν πολύ μεγάλη. Πώς να μην είναι άλλωστε. 100% πληρότητα υπήρχε στο καράβι. Περιμένοντας λοιπόν κι εγώ στην ουρά, με πλησίασε ένας λιμενικός και μου έκανε χώρο να περάσω μπροστά. Τον κοίταξα γεμάτη απορία και πρόλαβε την ερώτησή μου με την απάντησή του. «Εσείς είστε Ελληνίδα» μου είπε και τραβήχτηκε λίγο ακόμη κάνοντάς μου περισσότερό χώρο για να περάσω. Σαν υπνωτισμένη προχώρησα αλλά όσο προχωρούσα ένιωθα άβολα γιατί ξεχώριζα μέσα από ένα μπούγιο ανθρώπων επειδή η καταγωγή μου ήταν διαφορετική. Σε κάθε μου βήμα ένιωθα όλο και πιο πολύ να σκύβω το κεφάλι γιατί ντρεπόμουν που παρέκαμψα τόσο κόσμο. Φαινόταν σαν να ήμουν ανώτερη από τους συνανθρώπους δίπλα μου και αυτό δεν μου άρεσε καθόλου. Ήταν όμως πολύ αργά για μια διαφορετική αντίδραση. Είχα ήδη προχωρήσει πολύ όταν βγήκα από το λήθαργό μου. Ακόμη και τώρα που το σκέφτομαι, ντρέπομαι.
     Σ΄ ένα γωνιακό τραπεζάκι της καφετέριας του πλοίου βρήκα καρέκλα και κάθισα. Η Ελληνίδα που καθόταν παραδίπλα, θέλοντας να πιάσει συζήτηση, εξέφρασε τη δυσαρέσκειά της για τον τρόπο που αναγκαζόμασταν να ταξιδέψουμε. Διαμαρτυρήθηκα μου είπε και στη ρεσεψιόν. Είναι δυνατόν ΑΥΤΟΙ να κάθονται μαζί μας? Να τους βάλουν εκεί που πρέπει! Σάστισα. ΑΥΤΟΥΣ λοιπόν έπρεπε να τους βάλουν εκεί που πρέπει. Εκεί που πρέπει επανέλαβα στο μυαλό μου. Που πρέπει δηλαδή? Ποια είναι η θέση που ταιριάζει σ’ ΑΥΤΟΥΣ? Ετοιμάστηκα να της απαντήσω. Να την ρωτήσω τι εννοούσε. Μήπως εννοούσε τη θάλασσα? Να τους ρίξουμε δηλαδή μέσα στη θάλασσα και να προσευχηθούμε στο Θεό μας, να φυσήξει έναν αέρα δυνατό, να σηκωθεί ένα τεράστιο κύμα να τους σκεπάσει όλους να μην φαίνονται? Και αν, και όταν ξεβράσουν σε κάποια στεριά, να προστεθούν μαζί με τους ΑΛΛΟΥΣ πνιγμένους. Αριθμοί και ΑΥΤΟΙ μαζί με τους ΑΛΛΟΥΣ αριθμούς. Θαρρείς και ο καθένας από ΑΥΤΟΥΣ γεννήθηκε ένας αριθμός και σαν αριθμός έπρεπε να ζήσει και να χαθεί. Θαρρείς και ο καθένας από ΑΥΤΟΥΣ δεν κουβαλούσε τη δική του ιστορία σ’ αυτόν τον κόσμο!!! Αντί για την απάντηση που πρόλαβα να πνίξω, (ευτυχώς γιατί ώρες ώρες γίνομαι πολύ ευέξαπτη), προτίμησα ένα άλλο ταξίδι από αυτό που μόλις ξεκινούσα με το πλοίο. Ένα ταξίδι ονειρεμένο που μόνον η μουσική μου ξέρει να με ταξιδεύει. Έβαλα λοιπόν τα ακουστικά στα αυτιά μου να μην ακούω κανέναν και τίποτα και πάτησα έναρξη στο μενού «μουσική» του κινητού μου. Τα αυτιά μου κατάφερα να τα κλείσω, μα τα μάτια μου ήθελα να τα κρατήσω ορθάνοιχτα. Να ρουφήξουν εικόνες, να τις αποθηκεύσουν στο μενού «ζωή» του μέσα μου κόσμου. Και έτσι, για ώρες αρκετές, η μουσική μου εναρμονίσθηκε με τη ζωή παρατηρώντας την.
     Πέρασε μπροστά μου ένας νεαρός. Πάνω κάτω 15ρης θα ήταν. Καθισμένος στο αναπηρικό του καροτσάκι, πήγαινε όπου τον πήγαινε η ηλικιωμένη κυρία που έσπρωχνε το καρότσι. Σκέφτηκα τα δύο αναπηρικά καροτσάκια που τακτοποιήσαμε στην αποθήκη προμηθειών στο νησί. Το ένα άθικτο, σε κουτί. Αυτοί οι ευλογημένοι άνθρωποι που τα έστειλαν άραγε να είχε περάσει από το μυαλό τους πως ένας 15αρης θα έκανε χρήση σε ένα από αυτά? 
  Ένας άλλος νεαρός, με προσεγμένο ντύσιμο για την ενδυματολογική κουλτούρα του και ακριβό γυαλάκι στηριγμένο στα σγουρά του μαλλιά, σηκώνει το ακριβό του κινητό και φωτογραφίζει. Είμαι μέσα στο πλάνο του. Δεν μπορώ να χαμογελάσω. Το έχασα το χαμόγελό μου. Ακόμη ψάχνω να το βρω.
Τα κινητά τηλέφωνα στα χέρια όλων είναι μια παραφωνία μέσα σε όλo αυτό το σκηνικό. Τι τρελός κόσμος Θεέ μου! Οι μεν προσπαθούν να αποθανατίσουν τους δε!
      Ένα μικρό κοριτσάκι, που ήταν κουρεμένο σαν αγοράκι (μόνον τα χρυσά του σκουλαρικάκια φανέρωναν το φύλο του) παίζει με ένα άλλο μεγαλύτερό του παιδί. Ανέμελα, όπως πρέπει να παίζουν όλα τα παιδιά του κόσμου. Δεν θέλω να ξέρω τι εικόνες τα ματάκια του αντίκρισαν για να μην χάσω τον ήσυχο ύπνο μου.
     Ένας ζωηρός μπόμπιρας προσπαθεί να σκαρφαλώσει στον πάγκο της καφετέριας. Οι μελανιές και οι εκδορές στο μαγουλάκι του τραβούν την προσοχή μου. Η πανέμορφη νεαρή μανούλα του με την εντυπωσιακή μαντίλα στο κεφάλι, προσπαθεί να το κάνει κουμάντο μα της είναι πολύ δύσκολο. Έχει όμως πολύ υπομονή και είναι πολύ τρυφερή μαζί του. 
   Ένας άλλος μπόμπιρας, κοινωνικότατος, πηγαίνει σε μια ανδροπαρέα απέναντί μου και «σκαλώνει». Απλώνει το χεράκι του και κάνει χειραψίες σε δύο κυρίους. Κλέβει το χαμόγελό τους αμέσως. Τον παρακολουθώ χαμογελώντας τώρα κι εγώ και με έκπληξη βλέπω πως συζητάει μαζί τους. Ελληνόπουλο είναι σκέφτηκα και συνέχισα να τον παρακολουθώ γιατί η σκανδαλιά που είχε στο μάτι και το αφοπλιστικό του χαμόγελο μου έκλεψαν την καρδιά. Με κοιτάζει που τον κοιτάζω, αφήνει τους «καινούριους του φίλους» και με πλησιάζει χαμογελώντας. Πως σε λένε? του λέω. Πως σε λένε? μου απαντάει. Εμένα με λένε Ζωή του λέω και δείχνω τον εαυτό μου. Εμένα με λένε Ζωή μου απαντάει δείχνοντάς μου και αυτός τον εαυτό του. Γελάω. Γελάει και αυτός. Γυρίζω σελίδα στο τετράδιο που κρατώ, βρίσκω μια άδεια σελίδα και του ζωγραφίζω τον Χιούι, το ανεψάκι του Ντόναλντ, και ένα άλλο μπαρμπαλέκι. Ζωγραφίζω και μια μεγάλη καρδιά. Γράφω το όνομά μου, σχίζω τη σελίδα και του τη δίνω. Με κοιτάζει δισταχτικά. Δεν ξέρει αν πρέπει να πάρει τη ζωγραφιά ή όχι. Απλώνει τελικά το χεράκι του, παίρνει τη ζωγραφιά και μου ρίχνει μια ματιά! Τον ερωτεύτηκα! Δεν έμαθα ποτέ το όνομά του. ΖΩΗ τον βάφτισα και τον κράτησα μέσα μου. Ελπίζω πως η εικόνα του δεν θα ξεθωριάσει για όσο θα έχω μνήμη.
      Μια κοπέλα νεαρή με πλησιάζει. Ευγενή και όμορφη παρουσία. Μου μίλησε με εκλεπτισμένο τρόπο. Χωρίς να γνωρίζω τη γλώσσα της κατάλαβα πως με ρωτούσε αν μιλούσα Αραβικά. Της απάντησα όχι και προσπάθησε να μου πει στα Αγγλικά πως ήθελε λίγο νερό από το μεγάλο πλαστικό μπουκάλι που είχα δίπλα μου. Σηκώθηκα να πάω στο μπαρ της καφετέριας να ζητήσω ένα πλαστικό ποτήρι και με σταμάτησε. Με παρακάλεσε για λίγο νερό από το νερό μου. Της εξήγησα πως πήγαινα να πάρω ποτήρι και χαμήλωσε το βλέμμα ντροπιασμένη. Επέστρεψα με το ποτήρι και της το γέμισα. Το ευχαριστώ της δεν μου το είπε απλά, το ζωγράφισε στο πρόσωπό της, στο βλέμμα της στο χαμόγελό της. Σκέφτομαι : Ευχαριστώ! Για ποιο πράγμα? Για ένα ποτήρι νερό! ΕΓΩ Σ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΏ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΟΥ! ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΓΕΝΕΙΑ ΣΟΥ, ΓΙΑ ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΌ ΣΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΖΕΣΤΟ ΣΟΥ ΒΛΕΜΜΑ ΠΟΥ ΜΕ ΓΕΜΙΣΕ ΜΕ ΔΥΝΑΜΗ!
      Η εικόνα μιας ηλικιωμένης θα έλεγα κυρίας με πατερίτσες που περνά από μπροστά μου, με γυρίζει νοερά στο περσινό καλοκαίρι. Τότε που έκανα επέμβαση στο γόνατό μου και για δύο μήνες ήμουν αναγκασμένη να περπατώ με δεκανίκι. Καθηλώθηκα ολόκληρο καλοκαίρι στη βεράντα μου προφασιζόμενη τη δυσκολία που αντιμετώπιζα στη μετακίνησή μου. Είχα την πολυτέλεια να καθηλωθώ. Στο σπίτι μου. Είχα την πολυτέλεια να πηγαίνω από τον καναπέ στην πολυθρόνα μου γρινιάζοντας. Και είχα την πολυτέλεια να βαριέμαι και να μιζεριάζω χωρίς να σκέφτομαι πόσο τυχερή θα έπρεπε να νιώθω που απολάμβανα τόση πολυτέλεια! 
      Ένα κορίτσι 10-12 ετών περνά και αυτό από μπροστά μου. Τα μαλλιά της είναι βρεγμένα. Ως συνοδός κάποια στιγμή σε αγαπημένο πρόσωπο, βρέθηκα να περνώ ώρες και μέρες ατελείωτες μέσα σε ένα Νοσοκομείο στην Αθήνα. Οι αποστάσεις μεγάλες και πολλές φορές ούτε για μπάνιο δεν μπορούσα να φύγω. Υπήρξαν φορές που δεν άντεχα τη λίγδα στο μαλλί και λουζόμουν στο νιπτήρα της τουαλέτας του θαλάμου στο Νοσοκομείο με το φόβο της δικαιολογημένης επίπληξης αν με έπιαναν. Συνειρμοί που άθελά μου έκανα.
    Ένα μωρό με μπιρμπιλωτά μάτια κάθεται ήσυχο ήσυχο στην ασφαλή αγκαλιά της μανούλας του και με κοιτάζει με σοβαρό ύφος. Σκέφτομαι τον εγγονό μου, τη μικρή μου ηχορύπανση, και τη «σοβαρότητα» που του λείπει γιατί έτσι πρέπει να είναι τα μωρά. «Χαζοχαρούμενα και φωνακλάδικα». Αν και έχουν πάνω κάτω την ίδια ηλικία, πόσο διαφέρει η συμπεριφορά τους! Λες και τούτο ΄δω ωρίμασε πριν την ώρα του.
     Ένα άλλο μωρό βρέθηκε μπροστά μου να κλαίει δυνατά. Δάκρυα και μύξες γίνηκαν ένα. Σκουπίζεται με το μανίκι του ενώ συνεχίζει το κλάμα. Ανάμεσα στα κλάματά του διέκρινα και ένα συνεχόμενο «μάμα» «μάμα» και αναστατώθηκα. Σηκώθηκα αμέσως να το ησυχάσω και να το βοηθήσω να βρει τη μαμά του χωρίς να ξέρω που να πάω και τι να πω. Λίγο παραπέρα ήταν η μανούλα. Δεν το είχε χάσει από τα μάτια της και όταν πλησίασε περισσότερο και την είδε το μικρό έτρεξε και γραπώθηκε από το φουστάνι της συνεχίζοντας το κλάμα. Θαρρώ πως ο δικός μου πανικός ήταν μεγαλύτερος από το παιδιού.
     Ακόμη ένα μωρό. Αυτή τη φορά στην στοργική αγκαλιά ενός άντρα. Βόηθα Θεέ μου να είναι ο πατέρας του αυτός και η μανούλα κάπου παραπέρα να ξεκουράζεται…
     Αφήνω για λίγο το τετράδιό μου και κλείνω τα μάτια μου. Πολλές οι εικόνες από ξεριζωμένους ανθρώπους γύρω μου και θέλω να τις βάλω σε τάξη. Θέλω κάπου να τους βολέψω όλους αυτούς τους ανθρώπους μέσα στο μυαλό μου σε έναν τόπο ήσυχο για να ξεκουραστούν. Το τιτίβισμα των παιδιών υπερίσχυε της μουσικής που δεν σταμάτησα να ακούω.
      Όταν άνοιξα τα μάτια μου η ανδροπαρέα που καθόταν απέναντί μου είχε φύγει. Στο τραπέζι τους είχαν καθίσει παιδιά και έπαιζαν με διαφημιστικά φυλλάδια που βρήκαν στο πλοίο. Θυμήθηκα την Βαρβάρα στο camp, στο νησί και μια καταπληκτική εικαστική ιδέα που είχε θέλοντας να δουλέψει μαζί με τα παιδιά των μεταναστών. Σχίζω μια σελίδα από το τετράδιό μου και φτιάχνω ένα καραβάκι. Σηκώνομαι και το αφήνω στο τραπεζάκι που γύρω του καθόντουσαν τα παιδιά. Κάνω να φύγω και τα βλέπω να με κοιτούν όλα έκπληκτα. Γυρίζω στη θέση μου. Συνεχίζουν να με κοιτούν. Παίρνω την καρέκλα μου και πηγαίνω στο τραπέζι τους. Κάθομαι ανάμεσά τους, τους δίνω από ένα διαφημιστικό φυλλάδιο και παίρνω και ΄γω ένα. Ξεκινώ να φτιάχνω καραβάκι και με νοήματα τους εξηγώ τι να κάνουν. Επικεντρώνονται όλα σε ΄μένα και κάνουν ότι κάνω. Στραπατσαρισμένα βγήκαν τα πρώτα καραβάκια μα ήταν τόσο χαρούμενα τα παιδιά! Λοιπόν μέχρι να ακούσω την Βαρβάρα να μου μιλά για την ιδέα της, δεν θα μπορούσα να φανταστώ πως υπάρχει στον κόσμο παιδί που να μην ξέρει να κάνει χάρτινα καραβάκια! Τι μικρόμυαλη που είμαι! Δυστυχώς όλοι οι άνθρωποι δεν έχουν την ίδια αφετηρία στη ζωή! Ακόμη και όταν πρόκειται για μικρά, χάρτινα καραβάκια! Εξαντλήσαμε όλα τα φυλλάδια. Όταν πια μαζεύτηκε ολόκληρος στόλος στο τραπέζι τους, πήρα την καρέκλα μου και γύρισα πίσω στη θέση μου. Τα τιτιβίσματά τους τώρα ήταν πιο ηχηρά και πιο μελωδικά και οι ματιές τους χαρούμενες συναντούσαν συνέχεια τη δική μου ματιά. Με πλησίασε διστακτικά πολύ μια έφηβη κοπέλα με μια κόλλα χαρτί στο χέρι. Με κοίταξε και κατάλαβα. Πήρα ακόμη μια σελίδα από το τετράδιό μου και ξεκινήσαμε. Πανέξυπνη όπως ήταν, δεν χρειάστηκε δεύτερη φορά να το επαναλάβουμε. Το καραβάκι της το χάλασε και το ξαναέφτιαξε τρεις φορές και με πολύ χαρά και ευγνωμοσύνη στα μάτια με ευχαρίστησε! Πήρε θάρρος το τσούρμο των παιδιών από την έφηβη, παράτησαν το τραπέζι και τις καρέκλες και μαζεύτηκαν όλα γύρω μου. Φτιάχναμε και χαλούσαμε καραβάκια και άλλες χάρτινες κατασκευές, σχίζαμε σελίδες από το τετράδιο μου και ξετρυπώναμε διαφημιστικά φυλλάδια και όταν πια τελείωσαν όλα τα χαρτιά, έσκισα και το χοντρό εξώφυλλο του τετραδίου μου. Συμπεριφέρθηκα σαν τσιγκούνα με τις σημειώσεις μου. Τις κράτησα και δεν τις έκανα καραβάκια. Η αλήθεια είναι πως για την τσιγκουνιά μου αυτή δεν ντρέπομαι και πολύ...
       Οι επόμενες δύο ώρες, μέχρι να πιάσουμε λιμάνι, δεν κατάλαβα πως πέρασαν. Ήταν το πιο όμορφο ταξίδι έχω κάνει ποτέ στη ζωή μου!!!
Για τους λίγους που ήξεραν για το ταξίδι μου αυτό, για τους άλλους που έτυχε να το μάθουν και ρωτούν, αλλά και για εκείνους που το έμαθαν σήμερα. Ήταν ένα ταξίδι οι εμπειρίες του οποίου δεν μπορούν να μοιραστούν δεδομένου ό,τι δεν είναι εύκολο να σας περάσω την ένταση των συναισθημάτων μου και τα σκαμπανεβάσματα της διάθεσής μου. Ό,τι και αν πω θα είναι λίγο και άχρωμο. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι δεν θα ήθελα να πω και πολλά. Θα αρκεστώ σε λίγες από τις πολλές εικόνες του ταξιδιού της επιστροφής μου με την παρούσα ανάρτηση.



     Αυτά τα Χριστούγεννα θα είναι διαφορετικά. Ίσως τα πιο θλιμμένα μου Χριστούγεννα. Και λέω ίσως γιατί δεν έχω κάνει συμβόλαιο με τον Θεό που πιστεύω και δεν ξέρω που η ζωή θα με ξεβράσει…
   Εύχομαι σε όλους σας να ξημερώνει κάθε μέρα ένα υπέροχο αύριο!!!
Καλά Χριστούγεννα!!! "



Υ.Γ. Ελπίζω να έχετε καταλάβει πλέον γιατί αυτή η εμμονή μου με το προσφυγικό. Προσπαθώ να ξεκολλήσω μα οι ειδήσεις που διαβάζω καθημερινά για τα ασυνόδευτα παιδιά τα οποία βρέθηκαν στο έλεος του "άρρωστου" κόσμου μας, αφού προηγουμένως πέρασαν τα πάνδεινα, δεν μου το επιτρέπουν. 
Θέλω κάτι να κάνω γι' αυτό και δεν ξέρω τι θα μπορούσα...  

Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

Στο φως ξανά!


     Σήμερα πήρα την "βοήθεια του κοινού" δύο φορές και βγήκα κερδισμένη. Την πρώτη βοήθεια την δέχθηκα στον πρωινό καφέ με φίλους, όταν ένας από αυτούς μου επισήμανε πως ακόμη και οι διαφημίσεις που παίζονται στην τηλεόραση, σκοπό έχουν να καταβάλουν την ψυχολογία μας και να μας κάνουν να νιώθουμε ενοχές για τα όσα άσχημα συμβαίνουν γύρω μας. Ανέφερε συγκεκριμένα μια διαφήμιση στην οποία αν κατάλαβα καλά, δείχνει ένα παιδί με έναν ενήλικα στην παραλία να χαίρονται τη θάλασσα και τα κύματά της ώσπου ξάφνου μπροστά τους ξεβράζεται ένα πτώμα. Σοκαρίστηκα όταν άκουσα πως υπάρχει τέτοια διαφήμιση! 
   Η δεύτερη βοήθεια ήταν μια παλιά συνέντευξη που παρακολούθησα λίγο πριν στο youtube, στην εκπομπή της ΕΤ1 "Η ζωή είναι αλλού" με τον Νικόλα Χρηστάκη (καθηγητής ιατρικής και ιατρικής κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Χαρβαντ, τον οποίο το περιοδικό "ΤΙΜΕ" τον συμπεριέλαβε στον κατάλογο των 100 προσωπικοτήτων, με τη μεγαλύτερη επιρροή στον πλανήτη).
     Με λίγα λόγια έλεγε πως τα συναισθήματα γενικότερα που νιώθει κάθε άνθρωπος δεν μεταδίδονται μόνον στο στενό του κύκλο αλλά και στον ευρύτερο. Ακόμη και στους φίλους των φίλων που έχει κάποιο αγαπημένο του πρόσωπο.
     Επειδή τους τελευταίους δύο μήνες περιστρέφομαι μέσα σε έναν φαύλο κύκλο με καθόλου θετική ενέργεια και με σκέψεις μόνο γύρω από το προσφυγικό, συνειδητοποίησα πόσο τοξική έγινα και πόσο κακό έκανα όχι μόνον στον εαυτό μου όπως πίστευα και δεν με ενδιέφερε, αλλά και σε λατρεμένα πρόσωπα καθώς επίσης και σε πρόσωπα όχι και τόσο κοντά σε ΄μένα. Ωστόσο κοντά σε αγαπημένους. 
       Αποφάσισα πως έχω υποχρέωση στο "όλον" να βρω τον παλιό χαρούμενο, αιδιόδοξο, δυνατό, έξω καρδιά εαυτό μου. Άφησα λοιπόν την μικρή μου ηχορύπανση (τον εγγονό μου), να με πάρει από το χέρι και να με οδηγήσει στο βουνό προκειμένου να του συστήσω το φιλαράκι που του βρήκα για να μεγαλώνουνε παρεούλα. Και αφού τους σύστησα, τους έδωσα και μιαν υπόσχεση: Κάθε χρόνο να βγάζω μια φωτογραφία τα δυο τους για να συγκρίνουν το μπόι και τη δύναμή τους. Και αργότερα, γιατί όχι, και τα "κλωνάρια" τους. 
      Τώρα η μικρή μου ηχορύπανση, κάθε φορά που θα θέλει να με βγάλει βόλτα, θα έχει κάθε λόγο να επιλέγει όχι μόνον το παρκάκι της γειτονιάς με τις κούνιες αλλά και το βουνό για να βλέπει το φιλαράκι του.

    Υ.Γ. Στην πρώτη φωτογραφία είναι ένα από τα πολύτιμα δώρα που πήρα μαζί μου πριν από μια εβδομάδα επιστρέφοντας στο σπίτι. Και μην ακούσω αρνητική κριτική. Όσα μπουμπούκια άφησα, την επομένη τα βρήκα παγωμένα, ενώ αυτά στο βάζο έζησαν ολόκληρη εβδομάδα. Μου ομόρφυναν τη ζωή κι εγώ τους την παράτεινα.
Στη δεύτερη φωτογραφία είναι η μικρή μου ηχορύπανση και το φιλαράκι της. Ένα από τα πολλά αυτόφυτα πευκάκια που υιοθέτησα μέχρι να δυναμώσει όπως έκανε και το προηγούμενο δεντράκι "μου". Από τον επόμενο χρόνο θα το θέσω υπό την προστασία της μικρής μου ηχορύπανσης.
        



Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

Όχι. Δεν γυαίνουν.

Οι μαχαιριές στις παιδικές ψυχές δεν γυαίνουν ποτέ.
Αλκυόνη Παπαδάκη

 

      Έπεσα χθες πάνω σε μια παιδική ζωγραφιά. Έντονα χρώματα, όμορφα! Γαλάζιο για τη θάλασσα. Καφέ σκούρο για το φουσκωτό σκάφος, και για τη μηχανή του, καφέ ανοιχτό. Πάνω από την μηχανή του σκάφους σκούρες μαύρες γραμμές που διασταυρώνονται. Κατά πάσα πιθανότητα υπονοούν καπνό. Πέντε μπαρμπαλεκάκια επάνω στο σκάφος. Διαφορετικά μεγέθη τα μπαρμπαλεκάκια. Φορούν στο κεφάλι μοβ σκουφάκι. Τα τρία εξ αυτών έχουν για χαμόγελο μια γραμμή στραμμένη προς τα κάτω. Λυπημένα δείχνουν. Το τέταρτο έχει ανοικτό το στόμα σαν κάτι να το τρόμαξε και προσπαθεί να βγάλει μια κραυγή. Το πέμπτο με κοιτά ίσα στα μάτια. Καρφώνει την καρδιά μου με το βλέμμα του. Στο στόμα του ένα αμυδρό χαμόγελο (?) Ίσως όμως και να μην είναι χαμόγελο. Δεν ξέρω. Όλα τους, πάνω από τα ρούχα, φορούν αυτά τα πορτοκαλιά γιλέκα που στοίχειωσαν στο μυαλό μου. Τα σωσίβιά τους.
     Αναρτήθηκε από φίλη εθελόντρια στη Μυτιλήνη στο προφίλ της στο fb. Έγιναν τα απαραίτητα likes, ορισμένοι "έκλεψαν" την ανάρτηση για να την κοινοποιήσουν, μεταξύ των οποίων και η αφεντιά μου. Πήρα κι εγώ likes. Δεν τα μέτρησα, μα και αύριο μέρα είναι. Θα τα μετρήσω αύριο και ίσως χαρώ αν είναι πολλά γιατί κάποιοι εκεί έξω με προσέχουν. Είμαι τελικά ορατή κι εγώ. Έχω μιαν υπόσταση! Θα προχωρήσω στην επόμενη ανάρτηση κι αν είμαι τυχερή θα πάρω περισσότερα likes και θα νιώσω μεγαλύτερη ευφορία απ' ότι σήμερα. Αν είμαι τυχερή. Αν όχι, θα ψάξω να βρω καμιά πιο πιασάρικη ανάρτηση...
       Αφού έκανα την ανάρτησή μου, έγραψα στο googl "ζωγραφιές προσφύγων" και μπήκα στις εικόνες που εμφανίσθηκαν μπροστά μου. Κόμπος το στομάχι, η καρδιά κουβάρι. Τώρα και το δικό μου στόμα είναι όπως στα μπαρμπαλέκια της ζωγραφιάς. Μια γραμμή προς τα κάτω. Ξαναβλέπω την ανάρτησή μου. Κοιτώ το ανθρωπάκι που και εκείνο με κοιτά κατάματα και δεν αντέχω το συναπάντημα των ματιών μας. Νιώθω ένοχη χωρίς να ξέρω γιατί. Ή μάλλον ξέρω. Είναι γιατί αυτή η εικόνα μου έγινε πλέον τόσο οικεία, τόσο γνωστή που δεν μου προκαλεί καμιά αντίδραση. Μέρος της καθημερινότητάς μου κι αυτή όπως και τόσες άλλες εικόνες. 
      Η αντίδρασή μου σε ό,τι συμβαίνει στον κόσμο? Απλή. Πολύ απλή. Χάλασε ο Η/Υ μου και δεν θα τον φτιάξω για να μην ενημερώνομαι με εικόνες και νέα, εφημερίδες σταμάτησα να αγοράζω γιατί διάβαζα καθημερινά "μπαγιάτικα" νέα, έκλεισα και το ραδιόφωνο για να μην ακούω έστω και επιγραμματικά τις ειδήσεις γιατί με καταβάλουν ψυχολογικά, με την τηλεόραση ούτως ή άλλως ποτέ δεν είχα φιλικές σχέσεις και έχει χρόνια βγει από τη ζωή μου προκειμένου να διατηρήσω την δική αισθητική για τα πράγματα και την εσωτερική μου γαλήνη, οπότε? Είμαι o.k. ! Μόνο λίγη άμμος μου λείπει να χώσω μέσα το ωραίο μου κεφάλι για να έχω ακόμα μεγαλύτερη την αίσθηση πως όλα βαίνουν καλώς. 
     Να τελειώνω όμως με την πολυλογία γιατί με περιμένει το κρεβατάκι μου. Αχ αυτό το όμορφο ζεστό μου κρεβατάκι με τα καθαρά στρωμένα μου σεντόνια, το πουπουλένιο πάπλωμα και τα μαλακά του μαξιλάρια!
                                                                                  Καληνύχτα σας!

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Σκόρπια λόγια τα ποιήματα

    
 Σκόρπια λόγια στον άνεμο αφημένα τα ποιήματα.
 Σκόρπιες σκέψεις των άυλων ανθρώπων, που οι κοινοί θνητοί "ποιητές" τους ονομάσαμε.
 Των άυλων ανθρώπων που ο πόνος στη ζωή τους τους σημάδεψε, μα δεν κατάφερε
                                                                                              το πνεύμα τους να σβήσει.
Η αέρινη όμως φύση τους κατάφερε, από τη φυλακή αυτού του κόσμου ν' αποδράσει
και για αντίδωρο στη λύπη όπου περίσσεψε,
σαν αστερόσκονη την ποίηση απλόχερα να σκορπίσει.
Φίλοι πολλοί δεν είναι ψέμα πως βρεθήκανε την αστερόσκονη μ' ελπίδα να μαζέψουν.
Μα οι εχθροί τους πιότεροι θαρρώ πως ήτανε και τους φθονήσανε,
με νύχτα θέλησαν τα ποιήματά τους να σκεπάσουν.
Απτόητοι όμως αυτοί, σε πείσμα των καιρών θα συνεχίζουνε
τη νιότη της ψυχής τους να χαρίζουν.
Ίσως, ποιος ξέρει, ξορκίσουνε με λόγια αγάπης κάποτε,
την αναταραχή και την αναμπουμπούλα αυτού του κόσμου
κι ελπίδας φως άπλετο σε όλες τις καρδιές
με θαλπωρή και ζέση να γεμίσουν.

Ζ.Μ.

Πάμε ξανά απ' την αρχή.


     Σήμερα έπιασα και πάλι τον εαυτό μου να γράφει στο πίσω μέρος μιας απόδειξης. Η δύναμη της συνήθειας τόσων ετών βλέπετε δεν μπορεί, ή μάλλον δεν βρίσκει πρόσφορη βούληση για ν' αλλάξει.
     Είναι δύσκολο να εγκαταλείψεις την επανάληψη μιας συμπεριφοράς που μετράει πολλά χρόνια προς τα πίσω και να προσαρμοστείς στα καινούρια δεδομένα που η τεχνολογία επέβαλε στη ζωή μας. 
     Ακόμη πιο δύσκολο είναι να κάνεις πως δεν ακούς τις απεγνωσμένες φωνές μέσα από το σκοτεινό συρτάρι του γραφείου σου. Όσο όμως εσύ παριστάνεις τον κουφό το μολυβάκι η σβηστήρα που χωρίς τη θέλησή τους καταχωνιάστηκαν εκεί μέσα και σκιάχτηκαν από την μαυρίλα και την απραξία συνεχίζουν τις κραυγές τους ζητώντας την απελευθέρωσή τους και την συμμετοχή τους στη γραφή.
     Η αλήθεια είναι πως δεν κατάλαβα με ποιο τρόπο ακριβώς επανήλθαν στο φως και βρέθηκαν στο χέρι μου τα δυο τους. Προφανώς μία μου κίνηση ασυναίσθητη βοήθησε σ' αυτό. Ε, τώρα όσον αφορά την απόδειξη, δεν είναι δα και δύσκολο να πέσεις πάνω τους. Κυκλοφορούν διάφορες μέσα στο σπίτι μέχρι να έρθει η ώρα της ταξινόμησής τους.
     Δύσκολη επίσης είναι και η διαδικασία του επαναπροσδιορισμού που ξεκίνησε, κυρίως μετά το σβήσιμο (χωρίς σβήστρα) των σχολίων που τόση θετική ενέργεια απέπνεαν.
     Ευελπιστώ στο εξής σε μια συνεργασία τόσο του παλιού τρόπου γραφής με τον καινούριο, όσο και της υπομονετικής Ζωής με την ανυπόμονη Ανέσπερη προκειμένου να βολιδοσκοπήσουν εκ νέου τον χώρο και να δουν τι μπορούν να κάνουν εδώ. Γιατί μέχρι τώρα μόνο η γρίνια και η ανασφάλεια της Ανέσπερης επικράτησαν, πλην λίγων εξαιρέσεων της "φευγάτης" Ζωής. 
    Αβίαστα λοιπόν και με συνεργασίες ομαλές, χωρίς την πίεση του χρόνου και το άγχος ή το θέμα της ανάρτησης, ξεκινάμε κι όπου βγει.
Καλή αρχή :)

Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

Λέω να φύγω...


    Σας έχει τύχει ποτέ να ανοίγετε το καλάθι των αχρήστων και να πετάτε μέσα πολύτιμα και συναισθηματικά ανεκτίμητα αντικείμενα γιατί είχαν την ατυχία να μπερδευτούν με σκουπίδια χωρίς να το αντιληφθείτε? Σας έτυχε όταν το αντιληφθήκατε τελικά να είναι πολύ αργά γιατί τα σκουπίδια με ό,τι πολυτιμότερο είχατε βρίσκονται ήδη στον κάδο απορρημάτων της γειτονιάς σας? 
      Και επειδή δεν σας ενδιαφέρει η εικόνα που θα δώσετε στους γείτονες, μπαίνετε μέσα στον κάδο και σκαλίζετε τα σκουπίδια, μέσα στη βρώμα και τη δυσωδεία τους, με την ελπίδα να βρείτε τα πολύτιμά σας αγαθά. Με θλίψη όμως πολύ διαπιστώνετε πως είναι μάταιος ο κόπος σας γιατί το απορριματοφόρο πέρασε και άδειασε τον κάδο ο οποίος πλέον είναι γεμάτος με καινούρια βρωμερά σκουπίδια.
     Είμαι πολύ θυμωμένη!!! Μόλις πέταξα όλα τα σχόλια σε όλες τις αναρτήσεις που είχα από εσάς, τους λιγοστούς μου φίλους εδώ μέσα. Και για ΄μένα αυτά τα σχόλια ήταν η κινητήριος δύναμή μου να συνεχίσω σ' αυτόν τον άγνωστο χώρο που βρέθηκα! Ήταν πραγματικός θησαυρός γι' αυτό το άχαρο ξεκίνημά μου εδώ, το γεμάτο ανασφάλεια και αερολογίες! Ανέτρεχα πολύ συχνά στα καλωσορίσματα και τις ενθαρρυντικές σας κουβέντες και ήταν σα να συνομιλώ με τον καθένα από εσάς ξεχωριστά, να δίνω και να παίρνω θετική ενέργεια.
      Λυπάμαι πολύ!!! Θέλω πίσω το θησαυρό μου!!! Αν υπάρχει κάποιος τρόπος να τον ανασύρω από τον κάδο απορρημάτων παρακαλώ πολύ βοηθήστε με να το κάνω!!!
     Ελπίζω πως κάποτε θα φτάσει η Ζωή να παίρνει μόνο χαρά από την Ανέσπερη. Μέχρι όμως να έρθει εκείνη η στιγμή, προβλέπω πως πολλά τα σκαμπανεβάσματα που θα υποστώ. Αλλά δεν τα παρατάω. Σε πείσμα όλων των δυσμενών συνθηκών εγώ θα συνεχίσω μέχρι να καλύψω αυτό το απροσδιόριστο κενό που κλήθηκα να γεμίσω.
     Πολλά τα διαολάκια φίλοι μου αυτήν τη στιγμή. Πάρα πολλά. Λέω να αφήσω το laptop και να ανηφορίσω. Από αδιάβατα μονοπάτια γιατί δεν θέλω να απαντήσω κανέναν! Μόνον αγριογούρουνα και αλεπούδες κόκκινες...

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

Μικρές αληθινές, καθημερινές ιστορίες

    
   
    Ένα γεγονός χθες ανέσυρε από το μυαλό δύο ιστοριούλες που έλαβαν χώρα στη μικρή μου όμορφη πόλη και τις οποίες θα ήθελα να μοιραστώ εδώ μαζί σας για να καταλάβουμε πόσο αλληλένδετες είναι οι συμπεριφορές μας. Όσο κι αν δεν το βλέπουμε πολλές φορές, οι αντιδράσεις μας αλληλοεπιδρούν με τους γύρω μας και μας φτιάχνουν ή μας χαλούν στιγμές μας αντίστοιχα. Είναι και οι συμπεριφορές μας λοιπόν σαν το χαμόγελο, μεταδοτικές και άλλες φορές επιστρέφει σε ΄μας, άλλες πάλι όχι.
     Θα σας πάω λίγο πίσω και επειδή μου αρέσει να ακριβολογώ όταν η μνήμη βοηθάει, στο καλοκαίρι του 2013. 
     Και στις δύο ιστοριούλες μας ηρωίδα είναι μια ποδηλάτισσα, που το ποδήλατό της το χρησιμοποιεί ως μέσω ψυχαγωγίας και όχι μόνο. 
     Ένα Αυγουστιάτικο καταμεσήμερο Σαββάτου, γυρίζει με το ποδήλατό της από το σούπερ μάρκετ, φορτωμένη με σακούλες από ψώνια. Χαμένη μέσα στις σκέψεις  της και ζαβλακωμένη από τη ζέστη και την άπνοια, δεν πρόσεξε το σταθμευμένο αυτοκίνητο μπροστά της και ... το τράκαρε.Το πιο αστείο της υπόθεσης όμως είναι ότι του προκάλεσε και ζημιά. Του έσπασε το φανάρι. Επανήλθε απότομα στην πραγματικότητα, και κοίταξε γύρω της να δει αν την έβλεπε κανένας και έγινε ρεζίλι. Αφού σιγουρεύτηκε πως κανένας δεν ήταν ούτε στο δρόμο ούτε στα γύρω μπαλκόνια των πολυκατοικιών, κατέβηκε από το ποδήλατο, το άφησε μαζί με τα ψώνια της σε ένα σημείο του πεζοδρομίου και έψαχνε με τη ματιά της να βρει οποιονδήποτε για να ρωτήσει σε ποιον ανήκει το αυτοκίνητο που μόλις έπεσε επάνω του. Καταμεσήμερο Αυγουστιάτικού Σαββάτου όμως. Κανένας δεν κυκλοφορούσε. Αν δεν έλειπαν στη θάλασσα σίγουρα λούφαζαν στα δροσερά χάρη στα κλιματιστικά διαμερίσματά τους. 
   Λίγο παρακάτω ήξερε πως υπάρχει ένα συνεργείο αυτοκινήτων το οποίο όποτε τύχαινε να περάσει από το σημείο εκείνο, ήταν συνέχεια ανοικτό και αυτό της έκανε πάντοτε εντύπωση. Δεν πήρε τα ψώνια και το ποδήλατο μαζί της γιατί ήταν πολύ κοντά και προχώρησε παρακαλώντας μέσα της να μην έχει κλείσει. Και όντως ο μηχανικός αυτοκίνήτων ήταν κάτω από ένα αυτοκίνητο και μαστόρευε.Τον παρακάλεσε να βγει έξω και δείχνοτάς του το μοναδικό παρκαρισμένο αυτοκίνητο στο δρόμο, τον ρώτησε αν ήξερε τον ιδιοκτήτη του. Αυτός της απάντησε πως δεν ήξερε σε ποια ακριβώς πολυώροφη οικοδομή ήταν ένοικος ωστόσο ήξερε φυσιογνωμικά την οδηγό του. 
     Η μοναδική επιλογή που είχε η ποδηλάτισσά μας ήταν να ζητήσει στυλό και χαρτί από τον συνομιλητή της προκειμένου να αφήσει στο μπαμπρίτζ του οχήματος που προξένησε ζημιά το όνομα και το τηλέφωνό της. Ο μηχανικός αυτοκινήτων της πρότεινε να αφήσει σ' αυτόν το όνομα και το τηλέφωνό της και να το δώσει ο ίδιος στην ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου. Έτσι και έγινε. Σ' αυτό το σημείο ουσιαστικά ξεκινάει η ιστοριούλα μας. 
    Την άλλη ημέρα η ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου τηλεφώνησε στην ποδηλάτισσά μας και αφού της συστήθηκε την ... ευχαρίστησε. Κατόπιν της είπε πως συνενοήθηκε με τον μηχανικό όπου άφησε το τηλέφωνό της, να αναλάβει να της αλλάξει το φανάρι. Η ζημιά θα στοίχιζε 50 ευρώ και την Δευτέρα αν ήταν εύκολο να περάσει από το μαγαζί του. Η ηρωίδα μας αφού ζήτησε με τη σειρά της συγνώμη για την αναστάτωση στην οποία υπέβαλλε την οδηγό, υποσχέθηκε ότι μετά τη δουλειά της θα πήγαινε οπωσδήποτε. 
   Δευτέρα μεσημέρι, έχοντας το 50ευρω στο χέρι η ποδηλάτισσα μπήκε στο συνεργείο αυτοκινήτων. Κουρασμένη όπως ήταν από τη δουλειά και ζαλισμένη από τη ζέστη, ήθελε να πληρώσει και να φύγει προκειμένου να φτάσει το συντομότερο στο σπίτι της. Ο μηχανικός αυτοκίνητων της είπε πως τελικά δεν βγήκε η ζημία 50 ευρώ. Στον έμπορο που απευθύνθηκε για να αγοράσει το φανάρι, διηγήθηκε την ιστορία που πολύ εντύπωση του έκανε και ο έμπορος που και αυτός εντυπωσιάστηκε με τη σειρά του από την καθημερινή αυτή ιστορία μας, κράτησε για το κόστος του φαναριού 10 ευρώ λιγότερα. Ο ίδιος δεν ήθελε για τον κόπο του χρήματα και στην οδηγό που λίγο πριν πέρασε από το μαγαζί του για να πάρει το αυτοκίνητό της, είπε πως τελικά θα κρατούσε από την ποδηλάτισσά μας 30 ευρώ. Τότε λοιπόν η οδηγός, άνοιξε το πορτοφόλι της, έβγαλε 15 ευρώ, τα έδωσε στον μηχανικό και του είπε πως θέλει πολύ να συμμετέχει κι αυτή στη ζημιά. Έτσι ο μηχανικός αυτοκίνητου πήρε τελικά από την ποδηλάτισσά μας το 50ευρω, της επέστρεψε 35 ευρώ ρέστα, και της διαβίβασε τις ευχαριστίες όλων των εμπλεκομένων, αφού πρώτα της είπε τις δικές του ευχαριστίες! 
     Ευχαριστίες για το αυτονόητο!

* * *

Στη δεύτερη ιστορία η ηρωίδα μας ξενικά το πρωινό της Δευτέρας με λίγο άγχος αλλά διατηρώντας την ηρεμία της. Χρειαζόταν κάποιο έγγραφο από τα Κ.Ε.Π. που στεγάζονται στο Διοικητήριο της πόλης. Προκειμένου να είναι στην ώρα της στην δουλειά της, ήταν στο συγκεκριμένο γραφείο των Κ.Ε.Π. στις 7:20 πμ το πρωί. Πρώτη ψυχρολουσία. Το γραφείο άνοιγε στις 8:00 πμ. Άδικο το πρωινό τρέξιμο και άγχος. Ευτυχώς όμως ήταν η πρώτη οπότε θα ξεμπέρδευε σχετικά γρήγορα. Η δεύτερη ψυχρολουσία ήρθε αμέσως μετά την πρώτη όπου ψάχνοντας να καθήσει κάπου συνειδητοποίησε πως υπάρχει μόνον μια ξεχαρβαλωμένη καρέκλα την οποία έπρεπε να μοιραστεί με τους υπόλοιπους πολίτες που έφταναν ο ένας μετά τον άλλο. Μέχρι τις 7:55 πμ έξω από το γραφείο ήταν γύρω στα 15 άτομα. Ο καθένας ήξερε την σειρά του μιας και όλοι ευγενέστατοι μόλις ερχόντουσαν ρωτούσαν ποιος ήταν ο τελευταίος, προκειμένου να μην γίνει συνωστισμός όταν η πόρτα θα άνοιγε και θα έκοβαν το χαρτάκι με το νούμερο από το μηχάνημα. Υπήρχε ένα χαλαρό και ευχάριστο κλίμα περιμένοντας, και γινόντουσαν μεταξύ των πολιτών συζητήσεις περί ανέμων και υδάτων. Ευγενικές φυσιογνωμίες, ήρεμες και λίγο αγχωμένες γιατί όλους τους περίμενε το τρέξιμο της καθημερινότητας. Στις 8 παρά ένα λεπτό, και την ώρα ακριβώς που η υπάλληλος άνοιγε την πόρτα, "σκάει μύτη" μία ... "κυρία" και με το που ανοίγει η πόρτα του γραφείου μπαίνει και παίρνει το πρώτο νούμερο. Να που τελικά η ψυχρολουσία τρίτωσε κι ας άργησε λιγάκι. Αυτοστιγμής χάθηκε το ήρεμο κλίμα μιας και όλοι εξαγριώθηκαν μαζί της! Η δε ηρωίδα μας θύμωσε κι αυτή πολύ μα σκέφτηκε πως δεν άξιζε τον κόπο να της πει τίποτα γιατί ούτως ή άλλως δεν θα το καταλάβαινε. Φαινότανε αυτό από τη συμπεριφορά της. Αρκέστηκε μονο στο να της πει πως ήταν φοβερά αγενής. Πίσω τους ο κόσμος έβριζε, φώναζε, κατηγορούσε για απαραδεκτη άπρεπη συμπεριφορά αλλά αυτηνής της ... "κυρίας" το αυτί διόλου δεν ίδρωσε. Ήρεμη, σνομπ και κυρίως με τουπέ, έκανε τη δουλειά της και έφυγε αφήνοντας πίσω της μια χαόδη κατάσταση που αυτή προκάλεσε..." 
     Αυτές οι μικρές καθημερινές συμπεριφορές μας, ορατές σε συνανθρώπους ή όχι, μας καθορίζουν τελικά σαν άτομα.

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Τα στραβά που αναπόδιασαν παρέα με τα ανάποδα που στράβωσαν

    

    Από το πρωί κάτι πήρε στραβά τη στράτα της ημέρας. Το υποπτεύτηκα αυτό βέβαια από τον απότομο ξυπνημό, μα δεν θα μου έφτιαχνε τη διάθεση καλύτερη αν το δούλευα περισσότερο στο νου. Προσπέρασα τις αρνητικές σκέψεις, πήρα το laptop αγκαλιά και άνοιξα το blog, το καινούριο μου παιχνίδι για να αποσχοληθώ. Έχω πολλά εδώ μέσα να ψάξω και άλλα τόσα να γράψω. Ξεκίνησα από το ψάξιμο μέχρι να σκεφτώ την αρχή γι' αυτά που ήθελα να αποτυπώσω στο ηλεκτρονικό χαρτί μου.
    Να κάνω μια λίστα ιστολογίων για να γραφτούμε μέλη, μου πρότεινε φιλικά η Mia Petra. O.k. από αυτό θα ξεκινήσω.
     Μετά από μια ώρα και κάτι τέταρτα ήμουν ήδη ζαβλακωμένη, αγχωμένη και εκνευρισμένη. Άλλα έψαχνα, άλλα έβρισκα που σίγουρα ήταν χρήσιμα αλλά όχι σ' αυτήν τη φάση και άλλα εξαφανιζόντουσαν γιατί κάτι έκανε το laptop (όχι εγώ). 
     Αργότερα σκέφτηκα. Λίστα έχω, αλλά λίστα ιεραρχίας μέσα στο μυαλό μου για να μην πανικοβληθώ και τα παρατήσω.
      Στα πρόθυρα του πονοκεφάλου, έστειλα μνμ για βοήθεια και άνοιξα τη σελίδα "Νέα ανάρτηση". Ξαφνιάστηκα με το χείμαρρο που ξεχύθηκε από το πουθενά. Δεν το περίμενα. Τίποτα δεν προμήνυε ότι το πληκτρολόγιο θα έπαιρνε φωτιά. Κι εκεί που αυτά που κόχλαζαν μέσα μου ντυνόντουσαν με λέξεις, ξαφνικά, κάτι έκανε το laptop (όχι εγώ) και έχασα το κείμενο από μπροστά μου! Η λέξη θυμός είναι πολύ επιεικής αν θέλω να δώσω ένα όνομα στο συναίσθημα που με κατέκλυσε. Μα δεν έχω άλλη πρόχειρη αυτήν τη στιγμή. Αφενός δεν πρόλαβα να εκτονώσω ότι ξαφνικά άρχισε να αναβλύζει, αφετέρου δεν ήθελα να ξαναρχίσω αυτό που έγραφα από την αρχή.
      Δεν μπορεί, κάπου εδώ θα είναι σκέφτηκα και ηρέμισα για λίγο γιατί θυμήθηκα τον προχθεσινό πανικό που με έπιασε δημοσιεύοντας κάτι που ήταν στα πρόχειρα κι εκεί ήθελα να μείνει. Μάταια όμως. Πουθενά δε το βρήκα. Για πρώτη φορά από τα μικράτα μου θυμάμαι να θύμωσα τόσο γιατί ο γραπτός μου λόγος πήγε στα σκουπίδια. Πάντα εγώ τον οδηγούσα εκεί. Και ήθελα τόσο πολύ να συνεχίσω αυτό που έγραφα! Τέλος. Χάθηκε. Και μαζί με το κείμενό μου χάθηκε και η ευκαιρία μου να αποφορτίσω όσα από το πουθενά ήρθαν, συνέχιζαν να βράζουν μέσα μου και στο πουθενά κατέληξαν.
      Τελικά το παρόν blog άρχισε να παίρνει μορφή ημερολογίου μα δεν θα σκοτιστώ και γι αυτό. Ήταν παρότρυση της κόρης που μου το δώρισε να γράφω ό,τι μου ερχόταν στο μυαλό. Άλλωστε είμαι άγνωστη μεταξύ αγνώστων, και κυρίως λίγων αγνώστων που δεν καταφέρνω ουσιαστικά να έρθω σε επαφή μαζί τους και αποδέχομαι το γεγονός χαλαρά. 
        Επομένως μπορώ να εκφράζομαι ελεύθερα. Από την άλλη, δεν έχω κάτι ουσιαστικό να πω στον έξω κόσμο. Στη χειρότερη των περιπτώσεων αν κάποιος κατά τύχη πέσει επάνω, θα βαρεθεί θα φύγει. Έτσι είναι αυτού του είδους οι επαφές που αντικατέστησαν τις αληθινές ανθρώπινες σχέσεις.
         Ίσως μάλιστα να είμαι και η μόνη, ή έστω η εξαίρεση του κανόνα, που δεν προσπαθώ να περάσω μόνον αισιοδοξία και χαρά και αφήνω την κάθε είδους ψυχική διάθεση να κυκλοφορεί ελεύθερα εδώ μέσα. Κι αν καταβάλλεται κανένας  διαβάζοντάς με, του συνιστώ να σταματήσει αμέσως γιατί το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία. Ε ναι. Βλαβερή συνήθεια και το internet όπως το κάπνισμα. 
        Περίεργα ένιωσα και στον Κορύλοβο σήμερα. Η αίσθηση της στεναχώριας όταν είδα ένα από τα αδεσποτάκια μου να κουτσαίνουν, ήρθε και συνάντησε όλα τα διαολάκια που έβγαλα με δόλια πρόθεση βόλτα. Βέβαια κατεβαίνοντας δεν με άφησε έτσι το βουναλάκι μου, με κέρασε και πάλι λίγη αισιοδοξία αλλά σήμερα δεν θέλω να μιλήσω γι' αυτό. Θέλω μόνο να γκρινιάξω.
       Ως και τα διαολάκια μου σήμερα τρελάθηκαν. Ήταν πολύ ατίθασα και έκαναν τόσο θόρυβο που λίγο έλειψε να γυρίσω στο σπίτι με πονοκέφαλο. Άσε που δεν ξεκολλούσαν από πάνω μου και μπλεκόντουσαν όλο στα πόδια μου. Μέχρι που μου έβαλαν και τρικλοποδιά και για πολλοστή φορά γκρεμοτσακίστηκα. 
          Έτσι λοιπόν στράβωσε από το πρωί η μέρα μου με αποτέλεσμα να αναποδιάσω εγώ και να κάνουμε παρέα όλα τα στραβά και τα ανάποδα μαζί.

Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου 2016

Ο ανελκυστήρας

 

   Αναρωτιέμαι πολλές φορές περπατώντας προς την κορυφή, γιατί δεν νιώθω το αίσθημα του φόβου εκεί. Δεν βάζω καθόλου στο μυαλό μου ότι κάτι κακό θα μπορούσε να μου συμβεί αν και συνέχεια εκθέτω τον εαυτό μου σε κίνδυνο. Αισθάνομαι όμως όπως ακριβώς στο σπίτι μου. Οικεία και ζεστά. Και ασφαλής. Ναι ακούγεται πολύ ανόητο αυτό μα έτσι νιώθω.
  Χθες, αφού γύρισα στο σπίτι, συνειδητοποίησα πως από ώρα πολύ είχε σκοτεινιάσει. Κι όμως όσο βρισκόμουν στο βουνό δεν εστίασα καθόλου στην προχωρημένη ώρα. Για μια ακόμη φορά ξεχάστηκα. Βέβαια είναι και τα ελάχιστα αυτοκίνητα που ανεβοκατεβαίνουν, μα κι αυτά από το δρόμο πάνε.
  Προχθές που χιόνισε, σε ένα μονοπάτι είδα χνάρια από αγριογούρουνο. Βάλθηκα να τα ακολουθήσω μην τυχόν και το πετύχω πουθενά. 'Ηθελα να έχω μιαν εικόνα του στο μυαλό μου, όχι από φωτογραφίες ή από το κρεμασμένο νεκρό κορμί του στο κρεοπωλείο. Ευτυχώς τώρα που το σκέφτομαι, τα αποτυπώματα του ζώου με έβγαλαν σε κάτι τσαλιά και θάμνους που ήταν αδύνατον να τα περάσω.
  Ή ας πούμε εκείνην την κόκκινη αλεπού που έκοψε το δρόμο μου τρέχοντας και πέρασε σε απόσταση αναπνοής από μπροστά μου πριν ένα χρόνο, κι εγώ που τόσο πολύ ενθουσιάστηκα, αντί να τρομοκρατηθώ, της έκανα "ψιτ, ψιτ" προτείνοντας το χέρι μου λες και ήταν κανένα γατί και το φώναζα για να το ταϊσω.
   Και το άλλο? Κάθε άνοιξη που μέρα παρά μέρα μαζεύω ανεμώνες και άγρια ζουμπουλάκια για να τα κάνω μικρά μπουκετάκια και να τα χαρίσω όταν κατεβαίνω στην πόλη σε ανυποψίαστες περαστικές ηλικιωμένες κυρίες ή να τα πάω σε γνωστές και πρώην συνεργάτιδές μου στη δουλειά τους. Δεν σκέφτομαι λοιπόν και τότε καθόλου τον κίνδυνο που παραμονεύει και εννοώ τις οχιές που είναι κρυμμένες εκεί όπου απλώνω τα χέρια μου ανάμεσα σε βράχους και χορτάρια για να κόψω τ΄ αγριολούλουδα. Και επειδή είμαι και πολύ έξυπνη, κάθε φορά που θεωρώ πως το μέρος όπου τα λουλουδάκια βρίσκονται είναι "επικίνδυνο", βάζω τα ακουστικά με τη μουσική στα αυτιά μου μην τυχόν και ακούσω κανένα σύρσιμο και τρομάξω.
   Πως όμως να σκεφτώ τον κίνδυνο όταν σκέφτομαι τον λόγο που μαζεύω τις ανεμώνες μου. Είναι μια συνήθεια που θα την επαναλαμβάνω κάθε άνοιξη γιατί μου αρέσει τόσο να χαρίζω αγριολούλουδα και να φτιάχνω τη διάθεση των γνωστών μου και αγνώστων γυναικών. Τρελαίνομαι να βλέπω αυτήν την ευχάριστη έκπληξη στα μάτια τους κάθε φορά!
   Άσχετο: Πόσα χρόνια τώρα σταμάτησαν οι άνδρες να μας χαρίζουν λουλούδια χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένος λόγος? Το ακούτε εσείς οι άντρες εκεί έξω? Έχουμε ξεχάσει το συναίσθημα αυτό που πλημμυρίζει το είναι μας με μια τέτοια κίνηση. Καθιερώστε βρε αδελφέ μια μέρα την εβδομάδα για να χαρίζετε λίγα λουλούδια στην καλή σας. Και προσοχή! Όχι κονσερβοποιημένα από ανθοπωλεία. Βασικό. Πολύ βασικό. Ξέφυγα όμως από το θέμα και αυτό είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο από μόνο του.
    Ναι. Ξέρω πως κάτι τρέχει με ΄μένα γι' αυτό και είμαι ευγνώμων που τα κορίτσια μου ακόμη με αντέχουνε. Όσο κι αν δυσανασχετούν που έκανα κατάληψη στο μοναδικό ροζ συννεφάκι που υπάρχει και προσπαθούν να με πείσουν να κατέβω από ΄κει. Άραγε αν ποτέ καταφέρουν να με πείσουν να κατέβω, θα κατοικηθεί ξανά από κανέναν ή θα μείνει έρημο και από την στεναχώρια του θα ντυθεί γκρίζο και αυτό όπως τα άλλα?
   Δεν έχω ψευδαισθήσεις και ούτε έχω την τάση να εξαπατώ τον εαυτό μου πιστεύοντας πως το σύμπαν είναι ονειρικά πλασμένο ή πως εγώ θα το διορθώσω. Μα να. Το ροζ συννεφάκι μου είναι η άμυνά μου απέναντι σ' αυτόν τον κόσμο. Και ο Κορύλοβος ο ασφαλής ανελκυστήρας που με μεταφέρει εκεί.

Μια φορά και έναν, και δυο και τρεις καιρούς


     Ήτανε μια φορά κι έναν καιρό μικρή μου ηχορύπανση, ένα δεντρί κι ακόμη ένα που ερωτεύτηκαν τη θάλασσα, κι όσο διαβαίνανε τα χρόνια και μεγάλωναν, στοίχημα βάλανε τα δυο τους πιο πρώτα θα την φίλαγε.
     Περνούσαν μέρες, μήνες και καιροί κι όλο θεριεύανε τα δέντρα μας και γέρναν το κορμί τους με λαχτάρα για το φιλί το πολυπόθητο που ονειρευόντουσαν στη θάλασσα να δώσουν.
     Μα ο κακός ο δράκος που τ΄όνομά του ήταν "άνθρωπος", τα ζήλεψε τα δέντρα μας γι' αυτή τους την αγάπη και την τόλμη. Γιατί αυτός την αφοβιά δεν είχε στην ψυχή και για την αγάπη όλο δείλιαζε τα ρίσκα του να πάρει. Ο φθόνος του μεγάλωνε μέρα τη μέρα στην καρδιά, γι' αυτό και θέλησε κακό μεγάλο στα δέντρα μας να κάνει. Πήγε λοιπόν μικρή γλυκιά μου ηχορύπανση, κι αγόρασε τις πιο χοντρές τις αλυσίδες να τα δέσει. Μη και τυχόν και το όνειρό τους το τολμήσουνε, με όποιο κόστος, όταν πολύ θεριεύαν κι ανασταίναν.
     Και δεν του έφτασε μον΄ αυτό. Κουτσούρεψε και τα κλωνάρια τους κι άσχημη όψη τα ΄δωκε τα δέντρα μας που ήτανε άλλοτε πανέμορφα. Έτσι ώστε κι η θάλασσα που τόσο τ' αγαπούσε, τη γαλανή της τη μάτια ν΄ αποστρέφει, κάθε που στα ριζά τους έφτανε το κύμα της με τον αγέρα. Και το γλυκό φιλί εκείνο που της τάξανε να μην το θέλει πια. Να μην το λαχταρά, να μην το περιμένει.
     Τώρα μικρή μου ηχορύπανση, τα δέντρα αυτά κλαδιά δεν έχουν, κι ούτε και φύλλα έχουνε τον ίσκιο τους στον δράκο-άνθρωπο να τον προσφέρουν. Μα ούτε καρπούς δεν βγάνουνε και άχρηστα πλέον νιώθουν.
     Τώρα μονάχα ένας γάτος, έρημος κι αυτός και φοβισμένος από τον δράκο-άνθρωπο, την ώρα του περνάει στους κορμούς που πνίγουν οι αλυσίδες και σιγά σιγά το μαράζι τους αλλάζει. Μα και ο γάτος μας αυτός μικρή γλυκιά μου ηχορύπανση, αν νιώσει ανθρώπου ύπαρξη κοντά, μεγάλη ανησυχία έχει ώσπου να φύγει.


    
     Μια φορά κι έναν καιρό αυτά συνέβησαν σε τόπο όμορφο που άσχημα πράγματα έλαβαν χώρα εκεί πέρα, και που η μοίρα για μήνες ολάκερους έβγαζε μέσ' από τα κύματα παιδιάκια όμορφα κι αγνά σαν κι εσένα. Κι εγώ που αγαπάω εσένα κι όλου του κόσμου τα παιδιά τόσο πολύ, και φίλους θέλω να ΄χεις περισσούς, πίσω απ' τον ήλιο όλα τα κυματογεννημένα παιδάκια τα εμάζεψα μην τύχει κι ανταμώσουνε στο δρόμο τους τον δράκο-άνθρωπο γιατί θα τα τρομάξει. Όσο γι' αυτά τα δύστυχα δεντράκια μας που τόσο ασχήμισαν, εκεί λέω να τα πάμε κι εκείνα. Μήπως ξανά γένουν όμορφα σαν άλλοτε και βγάλουνε κλωνάρια και καρπούς και φυλλαράκια πράσινα. Τότε τις αλυσίδες τους μικρή μου ηχορύπανση απαλά στον κορμό τους θα στηρίξουμε και σε κούνια-αιώρα θα τις μεταμορφώσουμε. Για να κουνιούνται χαρούμενα όλα τ΄αγαπημένα μας παιδάκια. Ήσυχο ύπνο που θα κάνουνε και τι παιχνίδια εκεί θα στρώνουν! Κι έτσι θα ζήσουνε αυτά καλά κι εμείς θα αντέξουμε και πάλι ελπίζοντας σ' ένα αύριο ονειρικό πίσω απ΄τον ήλιο.



Ξάφνου μικρή γλυκιά μου ηχορύπανση, μέσα στο παραμύθι μας ξετρύπωσε μια μαγισσούλα, με το μικρό πολύχρωμο ραβδάκι της να αλλάξει ότι άσχημο στον κόσμο κυριαρχούσε. Το σήκωσε πιο ψηλά απ' το κεφάλι της κι είπε τις μαγικές τις λέξεις που δεν καταλαβαίνει όποιος παιδί δεν κρύβει μέσα του. Κι έτσι τον τόπο όπου φύτρωσαν τα δέντρα τ' αλυσόδετα, τον άλλαξε σε όμορφο και γαλήνιο τόπο. Μας πήρε όλους μεσ' το ροζ το συννεφάκι της και μας ταξίδεψε μέσα στο χρόνο. Ήθελε αγάπη και ηρεμία μόνον να έχουμε κι ο δράκος-άνθρωπος κι αυτός να ημερέψει. Και τα κατάφερε μικρή γλυκιά μου ηχορύπανση, ηρεμία στην ψυχούλα μας να φέρει. Αυτή η χρυσόσκονη απ' το ραβδάκι της που κούνησε, και τα μαγικά τα λόγια που μόνο εκείνη ξέρει, έκαναν για δες, το θαύμα τους, και η φουρτούνα άρχισε με μιας πια να κοπάζει. Γι' αυτό και προχωράμε γλυκιά μου ηχορύπανση σε άλλο παραμύθι για να πάμε.


* * *


     Δυο φορές και τρεις καιρούς μικρή γλυκιά μου ηχορύπανση λοιπόν, ήτανε σ' άλλον τόπο άλλα δεντριά, πολλά και όμορφα. Και είναι ο τόπος μας αυτός που λέει το παραμύθι, γνωστός σε ΄σένανε. Μέσ' στην καρδιά ακριβώς της πόλης όπου ζούμε. Κι όποιο δεντρί απ' αυτά ερωτευόταν τα νερά της πόλης μας, ήταν ελεύθερο χωρίς δεσμά να σκύψει και φιλί να θερμό να δώσει. Έτσι αν τόλμη είχε μεγαλώνοντας, έσκυβε με λαχτάρα τη δίψα της αγάπης να δροσίσει. Και ήταν γλυκόπιοτο το φίλημά τους κι όχι αλμυρό όπως αυτό που ονειρευόντουσαν τα άτυχα τα δέντρα της πιο πάνω ιστορίας. Εκείνα, θυμάσαι? Εκείνα που είπαμε πως τ' αλυσοδέσανε γιατί ερωτεύτηκαν τη θάλασσα κι ένα φιλί της ονειρεύονταν να κλέψουν?
     Κι όταν τα όμορφα του παραμυθιού αυτού τα δέντρα μας δοκίμαζαν τα γλυκά νερά μας να φιλήσουνε, τότε απ' τη γλύκα την πολύ εκεί εμένανε σκυμένα για όλη τη ζωή κι ευτυχισμένα ήτανε.




     Και ζούσαν μες την πόλη μας άνθρωποι καλοί, δεν τα πειράζανε, τ' αφήναν όπως θέλουνε να μεγαλώνουν. Μον΄ τα καμάρωναν και την αγάπη των δέντρων για τα νερά μας επαινούσαν. Ούτε και τα φιλιά τους τα γλυκόπιοτα δεν τα ζηλεύανε γιατί τον έρωτα τον ήξεραν, τον ζούσαν.


     Δυο φορές και τρεις καιρούς μικρή γλυκιά μου ηχορύπανση, τα δέντρα αυτά εγέρασαν μα το φιλί τους στα νερά μας αιώνιο θα μένει. Πηγαίνουμε εκεί καθημερνά οι άνθρωποι της πόλης μας, κι αγάπη τι σημαίνει δεν ξεχνούμε. Τον ξέρεις τον επίγειο αυτόν παράδεισο. Πας κι εσύ με τον μπαμπά και τη μαμά τις πάπιες να ταϊσεις και τους κύκνους. Και ζούμε δέντρα, άνθρωποι, παπιά, αρμονικά στην πόλη μας, κι ότι δυσάρεστο βαραίνει την ψυχή, περιδιαβαίνοντας εκεί ξεχνούμε.

 


Σημείωση : Η μαγισσούλα που αναφέρεται στο παραμύθι είναι η γλυκιά Άιναφετς, γνωστή σε πολλούς/πολλές από την παρέα που συμμετέχει στο δρώμενο, η οποία με κάποιο μαγικό ξόρκι εξανέμισε τις ανασφάλειες της Ανέσπερης σχετικά με την παραμονή της στον κόσμο των blogs και έτσι θέλησα να την εντάξω στο παραμύθι μου. 

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

Εκεί.




     Ο Χρήστος, που έχει το απέναντι καφενείο όπου έπινα τον πρωινό καφέ μου, ήταν προβληματισμένος πολύ με την κατάσταση που βίωνε τους τελευταίους μήνες. Η μόνιμη κατοικία της πρώην γυναίκας του μου είπε, μαζί με τα δύο τους παιδιά, είναι στις Βρυξέλλες. Κι εκείνο το διάστημα όπου βρισκόμουν στο νησί, η Κυβέρνησή των Βρυξελλών είχε κηρύξει την πρωτεύουσα σε κατάσταση συναγερμού, δεδομένου ότι υπήρχε μεγάλος κίνδυνος βομβιστικών επιθέσεων από ενόπλους. Στην επικοινωνία που είχε ο Χρήστος με την πρώην γυναίκα του, έμαθε πως η πόλη είχε νεκρώσει. Κάτι σαν πραξικόπημα μου είπε χωρίς να έχει γίνει πραξικόπημα. Στους κεντρικούς δρόμους δεν κυκλοφορούσαν αυτοκίνητα και ήταν κλειστά μουσεία, σινεμά και μεγάλα καταστήματα. Υπήρχαν φρουροί έξω από μεγάλα ξενοδοχεία καθώς επίσης και τα Μακ Ντόλαντς και τα Quick και οι πολίτες που κυκλοφορούσαν ήταν ελάχιστοι σε σχέση με τους στρατιώτες που είχαν αναπτυχθεί στους δρόμους των Βρυξελλών. Ήταν γνωστή η κατάσταση που επικρατούσε εκείνο το διάστημα γενικότερα σε όλη την Ευρώπη μετά την τρομοκρατική επίθεση στο Παρίσι.
     Δεν καταλάβαινα ακριβώς τι εννοούσε, ή τουλάχιστον δεν ήθελα άλλες εικόνες στο μυαλό μου να προσθέσω, και για τον λόγο αυτό κράτησα απόσταση μεγάλη απ' τις ειδήσεις που συνεχώς αλλάζανε.
     "Στο κύμα μεταναστών που πέρασε όλον αυτόν τον καιρό μπροστά από το μαγαζί μου δεν έμεινα αμέτοχος", συνέχισε ο Χρήστος. "Κανένας δεν θα μπορούσε να μείνει αμέτοχος. Ο καθένας έκαμνε και κάνει ό,τι μπορεί καλύτερο. Καθημερινά πρόσφερα σε όποιον περνούσε το κατώφλι αυτό, ένα ζεστό τσάι, καφέ, τυρόπιτα, κρύο σάντουιτσ, κρουασάν. Ό,τι μπορούσα και ό,τι μπορώ ακόμα κάνω. Από ανθρωπιά και μόνο. Φαντάσου όμως (ήταν σα να μιλούσε τώρα στον εαυτό του με εμφανή τη θλίψη ζωγραφισμένη στα μάτια του), φαντάσου, η ζωή της πρώην γυναίκας μου και των παιδιών μου ίσως κάποια στιγμή να απειληθεί από κάποιον που πέρασε από το μαγαζί μου και τον κέρασα ανθρωπιά και αγάπη!"
      "Μην κάνεις τέτοιες σκέψεις του είπα" και όση ώρα μου μιλούσε εκείνο το πρωινό κοίταζα το κτίριο απέναντι με τα δακρυσμένα μάτια. Θα μπορούσε σκέφτηκα, όταν ο Χρήστος επέστρεψε στον πάγκο του, να κλαίει για τα περασμένα μεγαλεία που δεν νοιάζεται πλέον κανένας να τα ακούσει. Ή θα μπορούσε να κλαίει για την εγκατάλειψή του, τη χαμένη του αίγλη και το πέρασμα του χρόνου που άφησε τόσο έντονα σημάδια επάνω του, ή ίσως ακόμη και να κλαίει για τις μοναδικές παροχές υπηρεσιών που δεν μπορεί πλέον να προσφέρει σε όμορφους καλότυχους ανθρώπους.
    Το πιο πιθανό όμως, προσωπική μου άποψη, είναι ότι αυτό το κτίριο κλαίει γιατί δεν αντέχει να βλέπει τα όσα το επιβλητικό του ύψος του επιβάλλει να τα βλέπει. Και δεν θέλει άλλο ν΄ αντικρίζει τίποτα πια, κουράστηκε. Κάλιο θα ήτανε θαρρώ για εκείνο, να σωριαστεί, να πέσει. Να γίνει ένα με τη γης...


Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

Όταν οι λέξεις...


Όταν οι λέξεις στήνουνε χορό, οφείλεις να χορέψεις. 
Κι όταν τραγούδι γίνουνε, οφείλεις, 
πρωτίστως για τον εαυτό σου, να τις τραγουδήσεις.
Να αφεθείς μες το ρυθμό τους και να τις απολαύσεις. 
Κι αν μυστικά θελήσουν να σου ομολογήσουνε, 
οφείλεις να τ' ακούσεις.
Και να σιωπήσεις ύστερα. 
Να γίνεις σύμμαχός τους και την εμπιστοσύνη τους να            
κλέψεις.

Όταν οι λέξεις πνίγονται μες το μυαλό, ο νους τρελαίνεται 
απ' την μεγάλη τρικυμία.
Κι αν έχεις ατυχία να βρεθείς στα φουρτουνισμένα 
αυτά νερά,
μην προσπαθήσεις να σωθείς. 
Αφέσου ανάλαφρα στα κύματά τους. 
Αυτά στην επιφάνεια θα σε βγάλουνε. 
Μη φοβηθείς.
Αφέσου. 
Γιατί αλλιώς την έχασες τη μάχη.

Όταν οι λέξεις γράφονται στον τοίχο σου, 
να ξέρεις πως αλήθεια λένε.
Κι αν τύχει και χρωματιστούν με χρώμα έντονο, 
μάθε πως η χαρά μες την αλήθεια περισσεύει.
Και μη διστάσεις.
Γίνε χρώμα έντονο κι εσύ να μπερδευτείς μαζί τους 
και να παίξεις.
Θα γίνει ονειρικός ο πίνακας.
Στον τοίχο αυτού του κόσμου κρέμασέ τον.

Όταν οι λέξεις πάρουνε μορφή φωτιάς και οι φλόγες σε τυλίξουνε, 
άστες να σε τυλίξουν.
Αν μη τι άλλο, την ψυχή σου θα ζεστάνουνε μέσα στις κρύες νύχτες του χειμώνα.
Τότε τη θέρμη σου μην την κρατάς μόνο για ΄σενανε.
Μοιράσου την.
Για να ζεστάνεις κι άλλες ψυχές που φλόγα απλά, δεν ξέρουν τι σημαίνει.

Όταν οι λέξεις γίνονται άνεμος και θέλουν να σκορπίσουν,     
μην τις αφήσεις.
Μάζεψέ τες.
Κάτι έχουν να σου πουν.
Κι αν δεν το κάνεις, αυτό που θα σου έλεγαν, 
στα φύλλα ανάμεσα των δέντρων θ' ακουμπήσουν.
Τότε, ολου του κόσμου τα πουλιά τραγούδι θα τις κάνουν,
μα το τραγούδι τους θα είναι αδύνατο να το κατανοήσεις. 
Γιατί εσύ πουλί δεν πλάστηκες απ' τον Δημιουργό 
τη γλώσσα τους να ξέρεις.
Γι' αυτό σου λέω.
Μάζεψέ τες.
Κάτι έχουν να σου πουν.

Όταν οι λέξεις γίνουνε ένας σπόρος μικρός κι ασήμαντος,
μέσα στη γη παράχωσέ τον να φυτρώσει και περίμενε.
Ρίζες θα βγάλει και κλωνιά, και άνθη και φύλλα πράσινα
θα βγάλει.
Κι αν είσαι τυχερός καρπούς σε κάποια χρόνια θα καρπίσει
και θα κερνά τους κλώνους σου σαν έρθει η ώρα σου
απ' τη ζωή αυτή να λείψεις.


Ζ.Μ.

                                Για ΄σένα. Γιατί το δώρο σου το έλαβα και είναι σειρά μου τώρα.



Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2016

Πίσω από τον ήλιο



     Ο μικρόκοσμος μου ολοένα και μικραίνει με τις επιλογές που κάνω. Απομονώνομαι όλο και πιο πολύ και αποξενώνομαι από τους ανθρώπους. Δεν βρίσκω να έχω πολλά κοινά πλέον με πολλούς απ' όσους συναναστρεφομαι και άρχισα να νιώθω μονόχνωτη. Δεν πιέζω άλλο τον εαυτό μου να βρεθεί σε κοινωνικές εκδηλώσεις απλά για να βγω από το σπίτι, δεν παρακολουθώ τα πολιτιστικά που γίνονται στην πόλη μου, δεν έχω τηλεόραση εδώ και αρκετά χρόνια και τους τελευταίους δύο μήνες σταμάτησα να παρακολουθώ και τις ειδήσεις στο internet. Το ραδιόφωνο που ήταν καθημερινή και επί 24ώρου βάσεως παρέα για ΄μένα, σίγησε κι αυτό και μουσική ακούω πλέον μόνο κονσερβοποιημένη. Αυτήν δηλαδή που έχω περάσει στο κινητό μου. Η προσωπική ανάλλωση και κατά συνέπεια φθορά στο fb ήταν μεγάλη μα δεν γινόταν ορατή γιατί δούλευε σιγά σιγά και υπόγεια.      Οι γιορτές που πέρασαν φέτος δε βοήθησαν να χαρεί και να ξεδώσει το παιδί που μέσα μου ζει και αρνείται να μεγαλώσει. Οι βόλτες μου στον Κορύλοβο με βγάζουν συνεχώς σε μονοπάτια αδιάβατα, μόνο και μόνο να μην απαντώ ανθρώπους. Καμιά φορά τρομάζω για λίγο με χνάρια ζώων μα μόλις φεύγουν απ΄ το οπτικό μου πεδίο ξεχνώ και το φόβο και τα άγρια ζώα και αφήνομαι να βουλιάξω ξανά στις σκέψεις μου. 
     Και όχι. Δεν έχω κατάθλιψη. Ανάγκη για αποτοξίνωση έχω από τον τοξικό κόσμο που ζω. Αυτήν την ανάγκη την ένιωσα πολύ έντονα μετά το γυρισμό μου από ένα ταξίδι που έκανα στα τέλη Νοέμβρη.
     Η αλήθεια είναι πως η τελευταία "δηλητηρίαση" της ψυχής, μου πήρε σχετικά πολύ χρόνο έως ότου γιάνει. Και αυτό γιατί πολλές εικόνες συσωρεύτηκαν στο μυαλό μου. Εικόνες που δεν αντέχει ο νους να βλέπουν τα μάτια. Και δεν θέλω να κλείσω τα μάτια μου προκειμένου να βοηθήσω το μυαλό μου να μην βλέπει. Θέλω να ρουφάω ήλιο, χρώματα, ζωή όπως ρουφάω τον αέρα για ανάσες. 
     Και ναι. Είμαι μπορώ να πω καλύτερα. Στη χθεσινή μου βόλτα επέλεξα "πολυσύχναστο" δρόμο-μονοπάτι για να ανηφορίσω.
      Είχα ξεχάσει τις τυχαίες συναντήσεις μου με τη Νίτσα και το Γιάννη, με τον Σταύρο και τη γυναίκα του, με τον Γιώργο, τον Παύλο, τον Ανδρέα και τον άλλον τον Γιώργο που μου είπε πως μαθαίνει νέα μου όσο εγώ τους ξεχνούσα όλους.
      Είχα ξεχάσει κι εκείνο το δεντράκι που το πήρα στην προστασία μου. Εκείνο που στην αρχή, δύο χρόνια πριν, περνώντας από δίπλα του το πρόσεξα για το παράξενό του σχήμα. Το είχα περάσει για κλαδάκι και για μέρες που το έβλεπα μου έκαμνε εντύπωση πως κατάφερνε και έμενε τόσον καιρό χλωρό και δεν ξεραίνονταν. Μέχρι που έσκυψα και είδα πως δεν ήτανε ένα αποκομένο κλαδί από κάποιο δέντρο αλλά μια νεα ζωή που χρειαζόταν λίγη βοήθεια για να "δέσει".
      Είχα ξεχάσει ακόμη και να μαζέψω τα "γκι" και τα "ου" για τα Χριστουγεννιάτικα βάζα μου μιας και επέλεγα άβατα μονοπάτια που εκεί δεν φυτρώνουν. Τώρα που το θυμήθηκα πέρασε η εποχή τους και θα είναι άσκοπο να τα αποκόψω από το φυσικό τους περιβάλλον.
     Ούτε κουκουνάρια μάζεψα φέτος για το τζάκι και ούτε και κυκλάμινα για το μικρό βαζάκι. Τα ξέχασα κι αυτά. 
     Και ΄κει που ανάρρωνε η ψυχή, ήρθε ένα τηλεφώνημα από τη φίλη να με επαναφέρει στην πραγματικότητα. Φεύγει δεκαήμερο ταξίδι και με μαλώνει γιατί χάθηκα και έχει καιρό να με δει. Μη φύγει χωρίς να συναντηθουμε και άλλες δικές μας γνώριμες κουβέντες. Ξώφαλτσα, ανάμεσα στα δικά μας, ήρθαν και οι ειδήσεις να δέσουν με το βιβλίο που της έλεγα πως διαβάζω αυτές τις μέρες. Δέκα μου είπε οι νεκροί και δεκαπέντε οι τραυματίες στην Κωνσταντινούπολη. Χθες. Σήμερα δεν ξέρω. Δεν θέλω να μάθω. Πειράζει πολύ?
     Θέλω να κρυφτώ πίσω από τον ήλιο. Όχι, όχι πίσω από το δάχτυλό μου. Πίσω από τον ήλιο, εκεί που είναι ένας άλλος κόσμος. Παράλληλος με αυτόν που ζω, πιο όμορφος, πιο υποφερτός. Εκεί μάζεψα όλα τα θαλασσοπνιγμένα παιδιά και στήνουμε παιχνίδι όταν συχνά τα επισκέπτομαι αλλά δεν σας το λέω. Σκέφτομαι να μετακομίσω κι εγώ γιατί μου λείπει η καθημερινή ανεμελιά και τα πειράγματα και οι παιδικοί μας οι καβγάδες. Και το μεσήλικο κορμί μου που κουβαλά την παιδιάστική αυτή ψυχή θα βρει έναν άλλο Κορύλοβο εκεί για να μπορέσει να τρέξει σαν αγριοκάτσικο όπως παλιά, να παίξει, να χορέψει και να τραγουδήσει δυνατά το παράφωνο τραγούδι αυτού του κόσμου.
     Ίσως, δεν ξέρω, ίσως να βρω κι αυτόν τον δρόμο που ψάχνω μια ζωή στον εδώ κόσμο μας να βρω. Ξέρετε. Εκείνον που γυρισμό δεν έχει.

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

Ο χρόνος έληξε.



     Μια ανάσα δρόμος το όνειρο απ' την πραγματικότητα. Κι ο ενδιάμεσος σταθμός, ούτε ύπνος ούτε ξυπνημός είναι. Στέκεσαι εκεί μετέωρη και αδειανή από σκέψεις προσπαθώντας να αποφασίσεις σε ποιον από τους δύο κόσμους θα ταιριάξεις. 
     Να επιλέξεις τ' όνειρο? Μόνη θα είσαι και το ξέρεις. Όχι πως δεν σου αρέσει αυτό. Το αντίθετο μάλιστα. Το επιδιώκεις και στην πραγματική ζωή σου με κάθε ευκαιρία που σου προσφέρεται. Μα αυτό είναι άλλο. Εκεί έχεις το προνόμοιο να την διαλέξεις κατά περίπτωση την πολυπόθητη μοναξιά σου, ενώ αν μείνεις στο όνειρο και αποζητήσεις επαφή κοινωνική με άλλους, όλες οι συντροφιές που θα σε συντροφεύσουν φανταστικές θα είναι. Θα το αντέξεις? Ανέφικτο για ΄σένα. Σε ξέρεις καλά, δύσβατος αυτός ο δρόμος, κακοτράχαλος και αδιέξοδος στο τέλος.
     Να επιλέξεις ξυπνητή να μείνεις? Αυτό κι αν δεν αντέχεται. Θα πρέπει να αποδέχεσαι τ' άγνωστα προσωπεία από γνωστούς ανθρώπους φορεμένα. Όμως θυμήσου. Κάποτε κι εσύ φορούσες μάσκα που σε έπνιγε. Το γεγονός ότι την πέταξες κάποια στιγμή, αυτόματα δεν σε χρίζει αρμόδια να μιλήσεις για την πρωτόγνωρη ελευθερία που ένοιωσες. Ούτε σου επιτρέπεται να πεις πως δεν αρκεί στα όριά σου απλά να φτάσεις. Πως πρέπει να βγεις από το πλαίσιο, ν' αφεθείς με εμπιστοσύνη στο άγνωστο κενό να πέσεις, γιατί ούτως ή άλλως, σε ένα κενό ήδη βρισκόσουν, οικείο και γνώριμο, κι ας μην ήθελες τότε να το δεις. 
     Να μείνεις στο ενδιάμεσο? Τι θα κερδίσεις? Ούτε εδώ, ούτε κι εκεί. Νεκρή, σε νεκρή ζώνη. Θα το αντέξεις εσύ που είσαι πιο ζωντανή και από τους ζωντανούς που ξέρεις?
   Πρέπει ν' αποφασίσεις γρήγορα. Η ανάσα τελειώνει, οι κόκκοι άμμου στην κλεψύδρα κυλούν αμείλικτα, στενό το περιθώριο για απ' την αρχή αξιολογήσεις. 
     Ονειρεύεσαι το όνειρο μα δεν το αντέχεις. Ζεις στη ζωή μα και αυτή αβάσταχτη φαντάζει με τόσο ψέμα που ντύθηκε ο κόσμος γύρω σου.
     Ο χρόνος έληξε! Χωρίς εσύ ν' αποφασίσεις γύρισες πίσω κι εδώ πρέπει να μείνεις τώρα.
     Και το χειρότερο? Δεν επιτρέπεται να μιλάς για ελευθερία, ούτε για ρίσκα που όλοι οι κοινοί θνητοί θα ήταν υγιές να παίρνουνε αφού καλά ζυγιάσουν καταστάσεις στη εσωτερική τους ζυγαριά. Κι αφού προηγουμένως σιγουρευτούν κι αποφασίσουν πως δεν θα μετανοιώσουν όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα. Απαγορεύεται αυστηρώς και δια ροπάλου να τους πεις πως αν καταφέρεις να σπάσεις αλυσίδες και δεσμά και να βουτήξεις στον γκρεμό, μόνος σου, χωρίς βοήθεια κανενός, και δεν επιτρέψεις σε κανέναν να σε σπρώξει δυνατά, κυρίως σ' αυτούς που "σ' αγαπάνε", τότε ο κίνδυνος ο ίδιος θα είναι εκεί για να σε αγκαλιάσει, να σε προφυλάξει.
     Αυτήν σου την αλήθεια, ανείπωτη επιβάλλεται να την κρατήσεις.

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

Με λεν Ευτυχία



Με λεν Ευτυχία
και κατοικώ στα όνειρά σου τα τρελά
που ενίοτε τα πραγματώνεις κι αληθινά τα κάνεις
όταν με πείσμα κυνηγάς.
Και τότε να με γνωρίσεις θα έχεις τη χαρά.
Στα μάτια κατοικώ μικρών παιδιών και στο χαμόγελό τους,
κι όταν το κυνικό ξεχάσεις βλέμμα ενηλίκων που φοράς,
όταν για μια στιγμή μονάχα αφεθείς για να κοιτάξεις με της ψυχής
                                                                          τα μαγικά τα μάτια,
και το μικρό παιδί που μέσα σου υπάρχει δεις κι αφουγκραστείς,
με θάρρος θα σου συστηθώ κι ανείπωτη χαρά θα νιώσεις.
Στα δάση κατοικώ και στα βουνά,
που ξέχασες την ομορφιά που κρύβουν πως να βλέπεις.
Μα όταν τα βήματά σου και οι έγνοιες οι πολλές σ' αυτά σε φέρουν,
τότε, την ύπαρξή μου δεν μπορεί, θα θυμηθείς και θα τη βιώσεις.
Δεν είναι λίγες οι στιγμές που ανταμώσαμε.
Με προσπερνάς. Αλλού κοιτάς σα να μη βλέπεις.
Τότε, λυπάμαι που στο κοίταγμά σου αόρατη αισθάνομαι.
Μα ακόμα, ακόμα πιο πολύ, αυτό που με λυπεί,
είναι που το παράπονό σου ακούω συνεχώς πως δεν υπάρχω.
Και φεύγει η ζωή και χάνεται μ' όλες της ομορφιές της τις ανείπωτες
                                                                     μες τη μιζέρια σου.
Κι έρχονται οι θύμισες απ' τα μικράτα σου να σου φωνάξουν
πως κάποτε, ναι, κάποτε, ίσως μες το παιχνίδι να με γνώρισες.
Μα είσαι γέρος πλέον, τυφλός, κουφός κι ανήμορος το μπόι σου πια
                                                                                  να υψώσεις
Και πείθεις τότε το είναι σου ολόκληρο, πως δεν υπάρχω, πως ένα ψέμα είμαι,
πως είμαι όνειρο απατηλό κι εφήμερο.
Μα άκου αυτό!
Υπάρχω και είμαι εδώ!
Με λεν Ευτυχία και κατοικώ στα όνειρά σου
στα μάτια κατοικώ μικρών παιδιών και στο χαμόγελό τους
στα δάση κατοικώ και στα ψηλά βουνά!

Καθισμένη ένα ηλιοβασίλεμα στον αγαπημένο μου βράχο στον Κορύλοβο, εγώ η κοινή θνητή, μεταμορφώθηκα για λίγο σε ονειροπόλα "ποιήτρια". Ευτυχώς οι "στίχοι" αυτοί, επειδή δεν υπήρχε δυνατότητα να γραφούν σε μια κόλλα χαρτί, καταγράφηκαν στο κινητό μου και στη συνέχεια ξεχάστηκαν μέχρι κάτι τυχαίο να τους επαναφέρει στην επιφάνεια. Χαίρομαι πολύ που δεν πετάχτηκαν όπως τόσα άλλα γραφόμενά μου, γιατί έκτοτε άγγιξε ευαίσθητες χορδές αρκετών ανθρώπων αυτό το "ποίημα". Λυπάμαι λίγο μόνο για το υπέροχο ηλιοβασίλεμα που έχασα πληκτρολογόντας λέξεις σε μια μικρή οθόνη. 

Σάββατο, 9 Ιανουαρίου 2016

Ένα δειλό ξεκίνημα



Όλες οι σπουδαίες πράξεις και όλες οι σπουδαίες σκέψεις έχουν γελοίο ξεκίνημα.

Albert Camus



     Δεν τρέφω αυταπάτες. Δεν ελπίζω καν πως με το ξεκίνημα αυτό που επιχειρώ, το μικρό και το γελοίο, κάποια στιγμή θα ξεπροβάλλει μια σπουδαία σκέψη ή μια σπουδαία πράξη. Πως θα μπορούσε άλλωστε?
     Η δημιουργία αυτού του blog, δεν ήταν δική μου ιδέα και αρχικά ήμουν αρνητική στο να το τολμήσω. Ήταν ιδέα της μεγάλης μου κόρης προκειμένου να μαζέψει και να στεγάσει σε μια γωνίτσα, όλες αυτές τις σκόρπιες σκέψεις μου, ούτως ώστε να σταματήσω είτε να τις σκορπάω άσκοπα στον αέρα, και εννοώ το fb, είτε να τις θάβω μέσα σε καλάθια αχρήστων.
   Από τα μικράτα μου έγραφα. Αυτός ήταν ο τρόπος μου να εκτονώνω συνειδητές ή υποσεινήδητες σκέψεις και συναισθήματα που πάντα βίωνα σε υπερθετικό βαθμό. Και όταν το μελάνι έδινε μορφή στη συναισθηματική κατάσταση στην οποία βρισκόμουν, κι αυτή γινόταν λέξεις πάνω σε μια φιλόξενη κόλλα χαρτί, τότε ξεθύμαιναν όλα όσα ένιωθα, λείαιναν, στρογγύλευαν οι γωνίες τους και δεν γρατζουνούσαν, ήταν υποφερτά, δε βάρυναν. Κατόπιν, το χαρτί που πάνω του αναπαυόταν οι ανάκατες αυτές σκέψεις μου, έπαιρνε σιωπηλά τη θεση του σε ένα καλάθι αχρήστων και ξεχνιόντουσαν. Και τα μη εποικοδομητικά συναισθήματά μου και το χαρτί.
      Άλλος τρόπος εκτόνωσης συναισθημάτων, κυρίως αρνητικών, τα διαολάκια μου όπως συνηθίζω να τα λέω, είναι οι καθημερινές μου βόλτες στον Κορύλοβο. Ο Κορύλοβος, για τον οποίο συχνά θα γίνεται λόγος εδώ, είναι ένα σχετικά χαμηλό βουνό, με υψόμετρο 500 περίπου μέτρων, σε απόσταση αναπνοής από το σπίτι μου. Μόλις σας αποκάλυψα τον τόπο διαμονής μου.
   Τα τελευταία σαράντα ένα χρόνια αποτελεί τρόπο ζωής για ΄μένα. Από τα δέκα μου περιπλανιέμαι στις πλαγιές, στα μονοπάτια και την κορυφή του και νιώθω κατά περίεργο τρόπο ευλογημένη για την πολυετή φιλία μας. Μόλις σας αποκάλυψα και την ηλικία μου. 
Με βοηθάει λοιπόν πολύ να κρατώ τις ισορροπίες μου. Ε, τώρα ας μην ρωτήσουμε και αυτούς που με γνωρίζουν αν όντως αυτό ευσταθεί. Γεγονός πάντως είναι πως κάθε φορά που τα βήματά μου με φτάνουν εκεί, δεν παραλείπω να παίρνω μαζί μου ό,τι αρνητικό υποβόσκει σ' αυτόν τον αθέατο εσωτερικό μου κόσμο (σκέψεις, θυμό, άσχημες εικόνες και ακούσματα). Τα εγκαταλείπω, πάντοτε με τρυφερότητα, σε όλη τη διαδρομή ανηφορίζοντας προς την κορυφή και γυρίζω πίσω ανάλαφρη. Αν τύχει και βρεθείτε κάποια στιγμή στο βουναλάκι μου να προσέχετε πολύ που πατάτε. Γιατί τα διαολάκια μου είναι πολλά και κυκλοφορούν παντού, σαστισμένα από την εγκατάλειψη. Κι αν τα συναντήσετε μη φοβηθείτε, μην τρομάξετε. Το πιθανότερο είναι να τρομάξουν εκείνα και να τραπούνε σε φυγή.
     Ήρεμη και γαλήνια καθώς παίρνω το δρόμο, ή καλύτερα τα μονοπάτια της επιστροφής, ένα υπέροχο "ακαθόριστο και απροσδιόριστο κάτι" κατακλύζει το είναι μου ολόκληρο και γεμίζουν νους και ψυχή με εικόνες τις οποίες ενίοτε τις καταγράφω και αυτές σε μια κόλλα χαρτί. Έτσι για να τις εξωτερικεύσω και να τις ξαναζήσω. Καμιά φορά οι σκέψεις αυτές παίρνουν και την μορφή στίχων μα μην τρομάζετε. Αυτό δεν σημαίνει ότι δηλώνω ποιήτρια. Κάθε άλλο.
    Αυτές τις σκόρπιες σκέψεις που αφήνω είτε στον αέρα είτε στο χαρτί που κατόπιν πετιέται, η κόρη μου θέλησε να τις μαζέψει και να τις τακτοποιήσει, να τις προστατεύσει με κάποιο τρόπο σε ένα "ασφαλές μέρος". Έτσι αφιέρωσε χρόνο από τον πολύτιμό της χρόνο και μου έφτιαξε αυτό το blog. Να το δω ως ανταλλαγή δώρων μου είπε. Δώρο από εκείνην για ΄μένα η ώρα που ξόδεψε για την δημιουργία του blog και από ΄μένα για εκείνην οι σκέψεις μου καταγεγραμμένες εδώ και όχι στο σκοτάδι και τη δυσωδία των σκουπιδιών. 
     Κι έτσι λοιπόν, μουδιασμένα και δειλά, κάνω αυτό το γελοίο ξεκίνημα προς το άγνωστο, χωρίς να ελπίζω ή να αποσκοπώ σε ο,τιδήποτε, με βήματα σαν του μωρού που μόλις ανακάλυψε πως μπορεί να σταθεί στα πόδια του.
«Ανέσπερη»