Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2016

Όχι, δεν είναι...

    


     "Οι χρόνιες τύψεις είναι, όπως συμφωνούν όλοι οι ηθικολόγοι, πολύ δυσάρεστο συναίσθημα. Αν έχεις συμπεριφερθεί άσχημα, μετάνιωσε, επανόρθωσε ό,τι μπορείς και θέσε στον εαυτό σου το καθήκον να συμπεριφερθεί καλύτερα την επόμενη φορά. Με κανένα τρόπο μην αρκεσθείς να κάθεσαι και ν' αναλογίζεσαι τα σφάλματά σου. Το να κυλιέσαι στη λάσπη δεν είναι ο καλύτερος τρόπος για να καθαριστείς. ..."

"Θαυμαστός καινούριος κόσμος" του Άλντους Χάξλεϊ 

(Απόσπασμα από τον πρόλογο του συγγραφέα.)

Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

Ο κόσμος του και ο κόσμος μου ολόκληρος.



Ο Σύριος πρόσφυγας, Rami Basisah, παίζει βιολί στα σύνορα Ελλάδας-FYROM. 
Ο εικοσιτετράχρονος, που διέφυγε από τον πόλεμο και την κατεστραμμένη πόλη Homs, έπαιξε την "Ωδή στη Χαρά" του Μπετόβεν (αποτελεί τον επίσημο ύμνο της ΕΕ από το 1985) και τις 4 Εποχές του Βιβάλντι, μεταξύ άλλων κομματιών.
*Η φωτογραφία ανήκει στον Jure Erzen.
@Mιχαήλ Πατσίκας

      Κοιτάζω τη φωτογραφία. Ξανά, και ξανά, και ξανά. Και δεν βλέπω τίποτε άλλο εκτός από ένα παιδί που πολύ θα καμάρωνα αν ήταν παιδί μου. Βλέπω ένα παιδί που περπάτησε χιλιάδες χιλιόμετρα με ένα σακίδιο που υποθέτω πως έχει τα εντελώς απαραίτητα, και με ... ένα βιολί. Δεν μπορώ παρά να κάνω συνειρμούς με τους παππούδες μας που περπάτησαν χιλιάδες χιλιόμετρα πριν από χρόνια, με τα εντελώς απαραίτητα τυλιγμένα σε ένα σεντόνι και με την εικόνα της Παναγιάς στα χέρια τους. Ό,τι πιο ιερό και ελπιδοφόρο είχαν!!!

      Αυτός ο νεαρός, έχω την αίσθηση πως δεν άφησε τίποτα πίσω του φεύγοντας από την Πατρίδα του.
     Αυτός ο νεαρός, έχω την αίσθηση πως ό,τι χρειάζεται για να συνεχίσει τη ζωή του, το κρατά απαλά στα χέρια του και πατά γερά στα πόδια του.
     Αυτός ο νεαρός, έχω την αίσθηση πως έχει στα χέρια του ολόκληρο τον κόσμο του και τον κόσμο το δικό μου.

Αυτήν την αίσθηση έχω!!!

      Και είμαι σίγουρη πως αυτός ο κόσμος θα αλλάξει τελικά και θα αλλάξει προς το καλύτερο.
       Ναι. Είμαι σίγουρη!!!

Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Η Σοφίτα - Διέξοδοι.

Η παρούσα ανάρτηση είναι η συμμετοχή μου σε ένα δημιουργικό παιχνίδι, ένα "δρώμενο" όπως αποκαλούν οι ηλεκτρονικοί φίλοι που εδώ μέσα συνάντησα και πολύ θερμά με εντάξανε στην παρέα τους.
Είναι λοιπόν η συμμετοχή μου σε ένα συλλογικό διήγημα, με 15 διαφορετικές γραφές από 16 μπλόγκερς αλλά με μια ενιαία ιστορία που ξεκίνησε η  Μαρία, στο Κείμενο και δεν ξέρουμε πως θα καταλήξει.
Την σκυτάλη η Μαρία Νικολάου - Η ΣΟΦΙΤΑ ΤΗΣ ΣΟΦΗΣ την έδωσε στην Μαρία Π. - ΤΟ ΣΕΝΤΟΥΚΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ , ακολούθησε η airis - ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΔΡΑΣΗ, και τώρα είναι η σειρά μου να συμπληρώσω το κομμάτι που μου αναλογεί σ' αυτό το όμορφο παζλ με την άγνωστη συνέχεια. Το τέλος θα το δώσει και πάλι η  Μαρία, στο Κείμενο που ξεκίνησε αυτό το δημιουργικό παιχνίδι (δρώμενο).
Σας ευχαριστώ όλους από καρδιάς γι' αυτό το πρωτόγνωρο ταξίδι!!!

"...
    Διέξοδοι

     Πέρασαν σχεδόν τρεις ημέρες από τότε που είχε επισκεφτεί τον κ. Ιωάννου, τον ιδιωτικό ντετέκτιβ στο γραφείο του. Η ζωή και η καθημερινότητά της, αν κάποιος την παρακολουθούσε, δεν θα έβλεπε πως κυλά διαφορετικά απ' ότι πριν από εκείνη την ημέρα και την ξαφνική της ανάγκη να βρεθεί στο χωριό και στο πατρικό της σπίτι. Ωστόσο ο εσωτερικός αθέατος κόσμος της Σοφίας ήταν τόσο διαφορετικός που ακόμη και η ίδια δεν μπορούσε να εντοπίσει κανένα στοιχείο από τον παλιό της εαυτό. Μέσα στο μυαλό της γινόταν ένας πόλεμος που στις μάχες του άλλες φορές έβγαινε κερδισμένη και έβλεπε θετικά τα τελευταία γεγονότα της ζωής της και άλλες πάλι έβγαινε ηττημένη, λαβωμένη από τα ψέματα και την υποκρισία τόσων ετών. Και από τα μικράτα της ακόμη θυμάται πως αυτά τα δύο στοιχεία δεν μπορούσε να τα διαχειριστεί. Ήταν κάτι που της προκαλούσε αποστροφή, κάτι πάνω από τον εαυτό της. Απέρριπτε με μιας οποιονδήποτε έπεφτε στην αντίληψή της πως της έλεγε ψέματα κι ας είχε και τους λόγους του. Και η υποκρισία της προκαλούσε δυσάρεστο συναίσθημα. Απομακρυνόταν από την πρώτη κιόλας στιγμή από τα ανασφαλή άτομα και από όσους υποκρίνονταν γιατί ο φόβος, μην τυχόν και απορριφθούν από το σύνολο, τους κρατούσε καθηλωμένους σε μια εικονική πραγματικότητα. Και τώρα είχε ανακαλύψει πως όλα αυτά τα χρόνια η οικογένειά της η ίδια, τα άτομα που ήταν ότι πιο πολύτιμο στη ζωή υπήρχε για εκείνην, την μεγάλωναν μέσα σε ένα ασφυκτικό περιβάλλον γεμάτο από αυτά τα στοιχεία.  
   Η εργασία, οι δραστηριότητες και οι κοινωνικές της υποχρεώσεις, καθώς επίσης και οι συναντήσεις της με τον σύντροφο της ζωής της, τον Ορέστη, αν και η ίδια βίωνε έντονα μιαν εσωτερική αναστάτωση, συνεχιζόντουσαν στο ίδιο μοτίβο, στους ίδιους ρυθμούς. Ο Ορέστης όσο κι αν καταλάβαινε πως κάτι συνέβαινε το τελευταίο διάστημα στην Σοφία, κάθε φορά που "χανόταν" την άφηνε να βυθίζεται στις σκέψεις της ξέροντας πόσο ανάγκη είχε αυτά τα μοναχικά της ταξίδια. Μια και μοναδική φορά στις αρχές, στην ερώτησή του αν κάτι την απασχολεί, ήρθε η απάντηση της Σόφης να του δώσει να καταλάβει πως δεν ήθελε ακόμη να μοιραστεί μαζί του αυτό της το πρόβλημα. Την ήξερε τόσο καλά άλλωστε. Λειτουργούσε και αντιμετώπιζε τόσο παράδοξα μόνη τα προβλήματά της, και αν ένιωθε πως πιέζεται απομονωνόταν ακόμη περισσότερο. Είχε πολύ υπομονή μαζί της γιατί τα αισθήματά του γι' αυτήν ήταν δυνατά και αυθεντικά και κάποιο βράδυ, βλέποντάς την και πάλι να χάνεται, δεν άντεξε. "Όταν είσαι έτοιμη γλυκιά μου, θα είμαι εδώ να σε ακούσω, ό,τι κι αν σου συμβαίνει, πάρε το χρόνο σου", της είπε και έμεινε σ' αυτή του την κουβέντα που ήταν βάλσαμο για την ψυχή της. Έγειρε τότε η Σοφία στην αγκαλιά του και άφησε ένα δάκρυ να κυλήσει από τα μάτια της. Δάκρυ που πρόλαβε εκείνος να σκουπίσει πριν ακουμπήσει τα χείλη του στο μέτωπό της. Την στιγμή εκείνη ήταν που χτύπησε το τηλέφωνο δίπλα στον Ορέστη κι εκείνος άπλωσε το χέρι του και το σήκωσε. "Την κ. Μιχαήλ σας παρακαλώ", ακούστηκε μια αντρική φωνή από την άλλη άκρη του τηλεφώνου. "Μισό λεπτό", απάντησε ο σύντροφός της και της έδωσε το ακουστικό. Η έκπληξη του Ορέστη ήταν μεγάλη όταν είδε την αλλαγή στην εικόνα της Σοφίας. Είχε ξαφνικά χάσει το χρώμα της και ήταν σαν να πάγωσε ο χρόνος γι' αυτήν. Άκουγε ασάλευτη την αντρική φωνή στο τηλέφωνο να της μιλά και δεν αντιδρούσε. Ένα ευχαριστώ πολύ μόνο κατάφερε να πει λίγο πριν κλείσει το ακουστικό και σωριάστηκε στον καναπέ πιο χλωμή ακόμη. "Τι συμβαίνει κορίτσι μου? Ανησυχώ. Δεν θέλω να σε πιέζω μα μην το περνάς μόνη σου ότι κι αν είναι", της είπε και την αγκάλιασε πιο σφιχτά από πριν. Το ξέσπασμά της σε κλάμα ήρθε αβίαστα και λυτρωτικά και εξελίχθηκε σε λυγμούς που δεν μπορούσε πλέον να ελέγξει. Την άφησε εκεί στην αγκαλιά του μέχρι να κοπάσει η ανταριασμένη της ψυχή, χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά και σκουπίζοντάς της πότε πότε τα μάτια. Αφού ηρέμησε αρκετά η Σοφία του εξιστόρησε όσα το τελευταίο διάστημα προσπαθούσε συναισθηματικά να διαχειριστεί. Αποσβολωμένος αυτός, όχι από τις εξελίξεις στη ζωή της Σοφίας, αλλά από το γεγονός ότι τον άφησε έξω από τα οδυνηρά γι' αυτήν γεγονότα, την ρώτησε τι ακριβώς είπε στο τηλέφωνο ο κ. Ιωάννου. "Τίποτα που θα μπορούσε να αξιολογηθεί ακόμη ως σίγουρο", του απάντησε. "Ήθελε απλώς να με ενημερώσει πως έχει εντοπίσει τρία άτομα με το ονοματεπώνυμο και το επάγγελμα του πατέρα μου, που βρίσκονται εν ζωή. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό? Πως ίσως ένα από αυτά τα άτομα είναι ο πατέρας μου!" είπε η Σόφη και ήταν σα να έκανε φωναχτά τη σκέψη της για να εμπεδώσει θαρρείς αυτά που έλεγε. Ο Ορέστης τώρα σκεφτόταν τι θα μπορούσε να κάνει προκειμένου να βοηθήσει ουσιαστικά την σύντροφο της ζωής του. "Τώρα δεν είσαι μόνη σου σ' αυτό. Ησύχασε, είμαστε μαζί, όπου κι αν βγάλει" της είπε και της έδωσε ένα από εκείνα τα φιλιά που πρόδιδαν την αληθινή αγάπη του για εκείνη και το νοιάξιμό του. Της άρεσαν πάντα οι σύντομες προτάσεις του με την τελεία να μπαίνει έντονα και να αποπνέει σιγουριά και σταθερότητα στο λόγο του. Ο χρόνος που περνούσαν μαζί, ίσως να μην ήταν ο επιθυμητός λόγω υποχρεώσεων και των δυο τους, μα ήταν τόσο ουσιαστικός και ποιοτικός που γέμιζε τα κενά που δημιουργούσε ο χρόνος που ήταν χώρια. Παρ' όλο το δυναμισμό που έκρυβε αυτή η γυναίκα μέσα της στον επαγγελματικό τομέα και στον κοινωνικό της κύκλο, όταν βρισκόταν μαζί με τον Ορέστη, άφηνε ελεύθερο έναν ευάλωτο εαυτό, ένα ευαίσθητο παιδί που τόσο καλά έκρυβε από όλους, ακόμη και από τον ίδιο της τον εαυτό πολλές φορές. Άργησε βέβαια να απελευθερωθεί, να αφεθεί και να ξεγυμνώσει την ψυχή της σ' αυτόν, μα τώρα τον εμπιστευόταν όσο κανέναν άλλον. Ήταν ο πατέρας, ο αδελφός, ο εραστής και ο καλύτερός της φίλος. Ήταν ότι χρειαζόταν για να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη δύναμη και αντοχή για ότι η μοίρα της επιφύλασσε, απ' όσο η φύση την προίκισε. Η ζωή τελικά ήταν πολύ γενναιόδωρη μαζί της στο θέμα του συντρόφου. Ο Ορέστης κατάφερε να αποκτήσει όχι μόνον την εμπιστοσύνη της αλλά και την ολοκληρωτική παράδοση της καρδιάς της, πράγμα το οποίο φάνταζε ανέφικτο μετά από την μικρή της εμπειρία με το αντίθετο φύλλο. Οι λιγοστοί άντρες της ζωής της, είχαν αφήσει όλοι τους ανεξίτηλα τα σημάδια τους επάνω της και όταν αυτός βρέθηκε στο δρόμο της ζωής της ήταν ήδη πολύ πληγωμένη, και αποφασισμένη να αφιερώσει στο εξής χρόνο μόνο για να γνωρίσει και να αγαπήσει τον εαυτό της και όχι να αναλωθεί σε έναν καινούριο έρωτα. 
       Τον Ορέστη τον γνώρισε σε μια γκαλερί ζωγραφικής όπου βρέθηκε τυχαία, μιας και για αλλού είχε ξεκινήσει να πάει και αλλού οι συγκυρίες την οδήγησαν. Και όπως συμβαίνει συνήθως με τους μεγάλους έρωτες, η συνάντησή τους προέκυψε αναπάντεχα μετά από μια σύμπτωση πραγμάτων σε ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο. Τόσο φυσικά και απλά έγινε η γνωριμία τους και τόσο φυσικά και απλά, μετά από σχετικά μικρό διάστημα, ξεκίνησε η σχέση τους, που αν νοερά ανέτρεχε πίσω, θα έβλεπε πως δεν μπορούσαν παρά αυτοί οι δυο άνθρωποι να γεννήθηκαν για να είναι μαζί. Ο αμοιβαίος θαυμασμός και εμπιστοσύνη, καθώς επίσης και ο σεβασμός της διαφορετικότητας του ενός προς τον άλλον, ήταν τα σημαντικότερα στοιχεία που μπήκαν στα θεμέλια αυτής της σχέσης και που μέρα τη μέρα την δυνάμωναν και την θωράκιζαν από τις αντιξοότητες της ζωής και τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Τίποτα δεν χωρούσε ανάμεσά τους και ενδόμυχα το ήξεραν και ήταν ήρεμοι σ' αυτήν την σχέση. Και όταν έχεις έναν τέτοιο σύντροφο, σκεφτόταν η Σοφία, όλα παλεύονται, όλα αντέχονται. Αναστέναξε λοιπόν με ανακούφιση σ' αυτή της την σκέψη και αποφάσισε να αφεθεί στο χρόνο να την οδηγήσει όπου εκείνος έμελλε να την οδηγήσει.
       Το επόμενο πρωί άργησε να πάει στη δουλειά της. Ήξερε πως ο Διευθυντής στην Τράπεζα όπου εργαζόταν θα την κάλυπτε αν του το ζητούσε. Βέβαια δεν ήθελε να υποχρεώνεται για κανένα λόγο ούτε στο συγκεκριμένο άτομο, ούτε στους συναδέλφους της στη δουλειά γιατί αν και οι σχέση της μαζί τους ήταν φιλικές και κυλούσαν ομαλά, κάτι όμως απροσδιόριστο στον αέρα αιωρείτο. Θα έλεγε κανείς πως της συμπεριφερόταν με τέτοιο τρόπο που πρόδιδε πως ήξεραν για το μέσον που είχε βάλει προκειμένου να μπει στην Τράπεζα και να αρχίσει σιγά σιγά να αναρριχάται. Μα αυτό δεν ήταν αλήθεια. Αν και αυτό εισέπραττε από τις συμπεριφορές τους, η αλήθεια ήταν πως δεν είχε κανένα μέσον να την βοηθήσει, αλλά ακόμη κι αν είχε δεν θα καταδεχόταν ποτέ να το χρησιμοποιήσει. Ήταν τόσο σίγουρη για τον εαυτό της, και το πλούσιο βιογραφικό της συνέβαλε γι' αυτή της την σιγουριά. Αντιπροσώπευε πλήρως τα προσόντα της και τον ανήσυχο, εργατικό και δημιουργικό χαραχτήρα της. Ο ζήλος της για την δουλειά και ο ευγενικός της τρόπος που αντιμετώπιζε τους πελάτες της Τράπεζας, σε πολύ μικρό διάστημα την βοήθησαν να γίνει Προϊσταμένη Ταμείων, πράγμα το οποίο ορισμένους από τους συναδέλφους της τους έκανε να προβληματιστούν και να κάνουν αρνητικά σχόλια, πάντα πίσω από την πλάτη της, και άλλους παλι να την θαυμάσουν με ένα κρυφό αίσθημα ζήλιας. Επομένως η θέση της στην Τράπεζα, όσα σκαλοπάτια κι αν ανέβαινε, θα ήταν αφενός μεν κατώτερη των προσδοκιών της και των ικανοτήτων της αφετέρου δε, πάντα θα αισθανόταν στον εργασιακό της χώρο ένα απροσδιόριστα περίεργο κλίμα, όσο σεβασμό και αν εισέπραττε από όλους. Συμβιβάστηκε με αυτήν τη δουλειά μετά από δυο χρόνια ανεργίας, δεδομένου ότι οι καιροί όπου η μοίρα την ήθελε να ζήσει τη ζωή της, ήταν δύσκολοι για όλους τους συμπατριώτες της και γενικότερα για όλη την ανθρωπότητα.
      Εκείνο το πρωί όμως ήταν αλλιώς. Δεν σκέφτηκε ούτε στιγμή πως θα υποχρεωνόταν στον ανώτερό της. Είχε ανάγκη να περάσει από το άλσος αναψυχής που βρισκόταν στο δρόμο προς τη δουλειά της. Είχε ανάγκη να βρεθεί άμεσα στη φύση, και μια απόδραση είτε προς τη θάλασσα είτε προς το βουνό δεν ήταν εφικτή μιας και ήταν μεσοβδόμαδα και δεν είχε μεριμνήσει για άδεια από την εργασία της. Πήρε λοιπόν τηλέφωνο στον διευθυντή της Τράπεζας και του ζήτησε ευγενικά να δικαιολογήσει την καθυστέρησή της. "Κάτι προσωπικό μου συμβαίνει κ. Δ/ντα και πρέπει να το λύσω άμεσα", του είπε. Ο δ/ντής την καθησύχασε."Εντάξει κ. Μιχαήλ, μην αγχώνεστε. Αν χρειαστεί πάλι, μπορείτε να λείψετε όλη την ημέρα, ή ακόμη και να πάρετε άδεια και για κάποιες ημέρες. Ελπίζω πως δεν είναι κάτι σοβαρό", της είπε με ήπια φωνή. Η Σοφία όμως δεν θεώρησε την πρότασή του καλή ιδέα, αν και το είχε ανάγκη. Σκέφτηκε πως ίσως την άδειά της θα την χρειαζόταν αν ο κ. Ιωάννου ανακάλυπτε κι άλλα στοιχεία στο μέλλον. "Όχι κ. Δ/ντα, μην ανησυχείτε, το αργότερο σε δύο ώρες θα είμαι στη θέση μου. Σας ευχαριστώ για την κατανόηση." είπε, και τον χαιρέτισε διακριτικά λίγο πριν κλείσει το τηλέφωνό της. Άλλωστε, σκέφτηκε, τις ώρες αυτές τις δικαιούμαι. Έπαιρνε τόση δουλειά επιπλέον απ' ότι της αναλογούσε αφενός γιατί την αγάπησε με το πέρασμα του χρόνου τη δουλειά της και αφετέρου γιατί στα όποια προβλήματα κατά καιρούς αντιμετώπιζε, η εργασιοθεραπεία ήταν η λύση και η διέξοδός της. Η εργασιοθεραπεία όμως ερχόνταν πάντα σε δεύτερη θέση στις διεξόδους της από τα δύσκολα που την καλούσε η ζωή να αντιμετωπίσει. Την πρώτη θέση, από τα μικράτα της ακόμη, κατείχαν οι αποδράσεις της στη φύση.

Εύχομαι καλή συνέχεια στην ηλεκτρονική φίλη ANNA Flo στην οποία παραδίδω την σκυτάλη!

Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι από την όμορφη πόλη μου. :)

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Σαν το γλυκό του κουταλιού το περγαμόντο.



         Είναι αλήθεια πως τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης άλλες φορές μας αφήνουν μια γλυκόπικρη γεύση, σαν το γλυκό του κουταλιού το περγαμόντο, και άλλες φορές ξεκλειδώνουν το μπλοκαρισμένο μυαλό στα κάθε είδους γιατί που στροβιλίζονται μέσα του.
     Χθες από τα όμορφα ξεκλειδώματα ήταν και ένα μκρό κειμενάκι, κέρασμα στα μπλοκαρισμένα μας μυαλά. Το αντέγραψα και σας το παραθέτω:

       "Είναι κουτό να χάνει κανείς την ελπίδα του. Να απελπίζεται σα να λέει : δεν πρόκειται να ξημερώσει αύριο, ή να λέει : ποτέ πια δεν θα ξαναδιψάσω... Γίνονται αυτά? Είναι εγωισμοί αυτά...
        Νομίζεις πως όλα μένουν πετρωμένα και ακίνητα όπως εσύ τα εννοείς, όμως η γη αδιάκοπα γυρίζει. Κινείται μαζί της και το αύριο, το ωραίο, απρόβλεπτο αύριο, που δεν σε ρωτάει μα φέρνει εκπλήξεις. Ακόμη και θαύματα φέρνει!
        Γιατί εντέλει η αγάπη ρυθμίζει τις ζωές, πιο ισχυρή από τους λογικούς νόμους που κάθε λίγο σαστίζουν μπρος της.
    Μην πολυστεναχωριέστε λοιπόν γιατί για τις ξύπνιες, τις πρόθυμες ψυχές, κάθε λίγο χτυπάνε την πόρτα τους ευκαιρίες."
Μάρω Βαμβουνάκη

                                          Καλή συνέχεια!!!                                           


Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Πάμε μια βόλτα στο βουνό.

 

          Χαιρετώ σας! Υποσχέθηκα μια ξενάγηση και η μέρα είναι κατάλληλη γι' αυτήν. Έτσι για να σας φτιάξω την εβδομάδα σας!!! Αν είστε έτοιμοι ξεκινάμε.
           Αυτός λοιπόν είναι ο Κορύλοβος. Το βουναλάκι μου όπως ήδη ξέρετε ότι το αποκαλώ. Είναι απόληξη του Φαλακρού όρους και ανάσα ζωής για την πόλη. Ο ίσιος δρόμος που βλέπετε στους πρόποδές του, είναι ο περιφερειακός δρόμος της Δράμας και είναι μόνο αυτός. Θέλω να πω πως δεν συνεχίζεται πουθενά. Ξεκινά από την μια άκρη που βλέπετε και τελειώνει στην άλλη άκρη. Κατόπιν συνδέεται με την πόλη. Ό,τι καταλάβατε, καταλαβαίνουμε κι εμείς οι Δραμινοί.


        Το άσπρο τετραγωνισμένο κομμάτι που φαίνεται λίγο πιο πάνω από τους πρόποδες, είναι τα λεγόμενα "νταμάρια". Παλιό λατομείο μαρμάρου το οποίο εδώ και πάρα πολλά χρόνια δεν λειτουργεί, αλλά ωστόσο η ζημιά έχει ήδη γίνει. Αλλοίωσε την εικόνα του βουνού ανεπανόρθωτα. Θυμάμαι στα μικράτα μου να διακόπτει το παιχνίδι μας ο θόρυβος από τα φουρνέλα που βάζανε. Κάποτε, κάπου, κάποιος είχε πει πως θα το αξιοποιούσαν αυτό το παλιό λατομείο φτιάχνοντας ένα θερινό θέατρο προκειμένου να δώσει μιαν αίγλη στο βουνό, μιαν ομορφιά, μια καλύτερη εικόνα. Αλλά αυτό ήταν κάποτε, ειπωμένο από κάποιον, κάπου...
       Στην κορυφή του βουνού, όπου λειτουργεί το καφέ - μπαρ "Έναστρον",

 
             οδηγούν, εκτός από τα γνωστά σε όλους μονοπάτια 


και άλλα τόσα άγνωστα μονοπάτια που οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν,


καθώς επίσης και ένας δρόμος ασφαλτοστρωμένος, μήκους 4 km, ο οποίος προσφέρεται για τζόκινγκ και ποδηλασία.


           Για πρώτη φορά ξεκίνησα να ανεβαίνω στο βουνό αυτό σε ηλικία 10 ετών, όταν ο πατέρας μου, μου πρότεινε να του κάνω παρέα. Είχε αποφάσισε πως κάτι έπρεπε να κάνει με τα παραπανίσια κιλάκια του. Στα παιδικά μου μάτια λοιπόν ο λόφος του Κορυλόβου φαινόταν σαν βουνό, εξ ου και ... το "βουναλάκι" μου. :) <3



        Τότε βέβαια ο δρόμος που είδατε ήταν κακοφτιαγμένος γιατί εξυπηρετούσε μόνον τα οχήματα της Π.Υ. Δεν υπήρχαν ούτε τα μονοπάτια, ούτε μαγαζί, ούτε εγκαταστάσεις. Μόνο ένα φυλάκιο υπήρχε στην κορυφή που το κλείδωναν ο μπαμπάς και η παρέα του για να μη χαθεί ο θησαυρός που έκρυβαν (βαράκια, μπάλα, ρακέτες και σχοινάκι). Ήταν ένας λόφος δηλαδή με τα όλα του!!! Φυσικός και με κρυμμένο θησαυρό!!!
     Ο μπαμπάς λοιπόν έγινε "πετσί και κόκκαλο" με την καθημερινή μας ανάβαση στον Κορύλοβο και εγώ έγινα το μικρό αερικό του βουνού, ή καλύτερα το κρι κρι του Κορυλόβου, γιατί μετά από μήνες εκείνος πια δεν περπατούσε, έτρεχε και με άφηνε πίσω να τρώω τη σκόνη του. Αποτέλεσμα αυτού, ήταν να αρχίσω να ψάχνω καινούρια μονοπάτια για να εμφανιστώ μπροστά του και να τον "τσατίσω" :) <3



        Η σημερινή εικόνα του Κορυλόβου, καμιά απολύτως σχέση δεν έχει με αυτήν την εικόνα που έχω εγώ στο μυαλό μου. Από δε τους πρωτοπόρους που κάνανε "μόδα" μετά από χρόνια την ανάβαση στον Κορύλοβο, τους μετρημένους στα δάκτυλα ενός χεριού, εγώ και ένας φίλος του μπαμπά ζούμε ακόμη και συνεχίζουμε να ανεβαίνουμε επάνω. Εγώ με πλέον σακατεμένα γόνατα, κι αυτός, λόγω επαγγέλματος (νυν συν/χος ορθοπεδικός) ακμαιότατος και αεικίνητος παρά την ηλικία του! 
         Και ως συνήθως ο πολιτισμός διαβρώνει τα πάντα στη φύση για τις δικές του ανάγκες. Αυτό συνέβη και με τις εκεί παρεμβάσεις του και έτσι το βουναλάκι μου άλλαξε, έγινε αγνώριστο με την προσθήκη όλων αυτών που βλέπετε, καθώς επίσης και ενός σταυρού λίγο πριν την κορυφή. Ο σταυρός αυτός είναι φτιαγμένος από μπετόν και σίδερο, τάμα ενός συμπολίτη μου στη μνήμη του πατέρα του και στη μνήμη των προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής και το βράδυ φωτίζεται. Είναι δε ορατός από την πόλη και την ημέρα μιας και έχει ύψος 12 μέτρων.


      Φθάνοντας τώρα στην κορυφή, και μετά το "Έναστρον", υπάρχουν υποτυπώδεις αθλητικές εγκαταστάσεις καθώς επίσης και ένα υπαίθριο μικρό θεατράκι που ποτέ δεν έγινε χρήση του χώρου του εκτός από τις ελάχιστες φορές την Καθαρή Δευτέρα όπου χορεύουν παιδιά από παραδοσιακούς συλλόγους.
         Ακόμη υπάρχει και μια ξενοδοχειακή μονάδα που επίσης ποτέ δεν λειτούργησε.
      Προχωρώντας τώρα μετά από αυτές τις εγκαταστάσεις, στο σημείο όπου βλέπετε κεραίες, οι ανεμοπτεριστές έχουν βρει το τέλειο σημείο για τις τέλειες απογειώσεις τους.


Όνειρό μου είναι κάποτε να επιχειρήσω μια τέτοια απογείωση. Δεν ξέρω ποιες συγκυρίες θα βοηθήσουν να κάνω το όνειρό μου πραγματικότητα, μα θα το κάνω, ακόμη και αν κυκλοφορώ με μπαστουνάκι!



     Οι ανεμοπτεριστές προσγειώνονται στους πρόποδες του Κορυλόβου, σε έναν χώρο που διαμόρφωσαν για το λόγο αυτό τα μέλη της αερολέσχης "Αίολος" Δράμας.



Μικρή η περιήγησή μου, πολλά αυτά που θα ήθελα ακόμη να δείξω μα δεν βρίσκω φωτογραφίες στο internet και ακόμη πιο πολλά αυτά που θα ήθελα να σας πω.
Σαν κέρασμα σας βάζω σε αυτοκίνητο για να μην μου κουραστείτε, και σας πάω μια βόλτα μέχρι επάνω. Ελάτε μαζί μου :

https://www.youtube.com/watch?v=B0c72cnZVtE


Αφιερωμένη η ανάρτηση στους φίλους Άιναφετς και Giannis Pit. Οι ευχαριστίες σας για τις φωτογραφίες του Κορυλόβου στην προηγούμενη ανάρτησή μου ήταν παρακίνηση για την ξενάγηση αυτή. Ελπίζω και εύχομαι να την απολαύσατε.
Χαίρομαι που μοιράστηκα μαζί σας αυτό που μετά από κάθε ταξίδι μου ψάχνουν τα μάτια μου να δουν για να πω : "Εντάξει γύρισα! Όλα καλά!!!"

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2016

Ξεχωριστά, ιδιαίτερα δώρα.

   

        Στην κορυφή, ξέρετε πλέον, του Κορυλόβου, υπήρχε παλιά ένα οικογενειακό κέντρο με ζωντανή μουσική. Έχω να θυμάμαι πολύ όμορφες βραδιές και πολύ χορό από το μαγαζί εκείνο. Μα αυτό που θα μείνει χαραγμένο στο μυαλό μου είναι ένα βαλς. Ένας ηλικιωμένος σερβιτόρος, κάποτε, σε μια συνεστίαση όπου βρέθηκα, κάτι ρώτησε τον συνοδό μου ο οποίος ξαφνιασμένος έγνεψε με το κεφάλι του "ναι". Κατόπιν είδα τον ηλικιωμένο σερβιτόρο να ακουμπά το δίσκο του πάνω στο τραπέζι μας, να με πλησιάζει τείνοντάς μου το χέρι του, και με ιπποτικό τρόπο να μου ζητά να χορέψουμε. Ήταν το ωραιότερο βαλς τη ζωής μου! Αυτό είναι ένα από τα πολλά ιδιαίτερα και ξεχωριστά δώρα που μου πρόσφερε αυτό το βουνό. Πόσο όμορφη αυτή η σκόνη που κατακάθισε το μυαλό μου με το πέρασμα του χρόνου!!! Όσο κι αν ξεσκονίζω, ό,τι κι αν πετάω που περισσεύει στο νου, αυτή τη σκόνη την κρατώ καλά φυλαγμένη και δεν την ακουμπάω μη τυχόν και μου σκορπίσει.
        Το μαγαζί αυτό λοιπόν, πάνε χρόνια που έκλεισε, και όχι γιατί οι σερβιτόροι του ζητούσαν από τις πελάτισσες να χορέψουν μαζί τους. Αφέθηκε το κτίριο στα καθόλου στοργικά χέρια του χρόνου και πληγώθηκε βάναυσα. Ώσπου πριν από δύο χρόνια περίπου, γνωστός επιχειρηματίας της πόλης μου αποφάσισε να του ξαναδώσει ζωή. Μάλιστα όταν επισκεύαζε το κτίριο, συναντηθήκαμε τυχαία και ζήτησε τη γνώμη μου, μιας και με έβλεπε καθημερινά εκεί, για το τι μαγαζί θα μπορούσε να "πιάσει" επάνω στο βουνό. Εμένα πάλι, επειδή πολύ μου έλειπε ένα πιάνο - μπαρ στην μικρή μου πόλη, αυτό του συνέστησα να ανοίξει, λες και με την κρίση που περνάμε θα μπορούσα να απολαμβάνω τέτοιες βραδιές συχνά. Ευτυχώς όμως δεν με άκουσε και τελικά το μαγαζί επάνω λειτουργεί ως καφέ - μπαρ. 
       Στις αρχές δυσανασχέτησα με την κίνηση που απέκτησε ο δρόμος του Κορυλόβου. Κάνοντας τζόκινγκ ανέπνεα αρκετά συχνά καυσαέρια από τα αυτοκίνητα, άλλες πάλι φορές ο θόρυβος και η ταχύτητα των μηχανών έσπαζαν την πολυπόθητη ηρεμία και γαλήνη που επικρατούσε στο βουνό και έξω από το μαγαζί, όταν έφτανες στην κορυφή, ακουγόταν μουσική αντί για κελαϊδίσματα πουλιών και θροϊσματα φύλλων. Μετά απλά επέλεγα μονοπάτια και όταν έφτανα επάνω είχα συνηθίσει τη μουσική για το μικρό χρονικό διάστημα που περνούσα από εκεί και δεν την άκουγα πλέον.
        Σ' αυτό το μαγαζί λοιπόν, βρήκε στέγη ένα αδεσποτάκι 6-7 ετών. Ένα θηλυκό μίνι Πίντερ που κάποιος, πριν από πέντε μήνες, θεώρησε πως ήταν η καλύτερη λύση γι' αυτό να το παρατήσει στο βουνό και να κάνει παρέα με τα άλλα αδεσποτάκια του Κορυλόβου, τα οποία όμως είναι επιθετικά προκειμένου να διαφυλάξουν και να προστατεύσουν την περιοχή τους. Το μικρό αυτό αδεσποτάκι, μέσα στην ατυχία του στάθηκε πολύ τυχερό όταν το βρήκε η σύζυγος του επιχειρηματία και το μάζεψε. Του πρόσφερε στέγη σε μια γωνιά μέσα στο μαγαζί, του έδινε τροφή και φρόντιζε να το βγάζει μέχρι έξω για τη φυσική του ανάγκη. Μα όπως καταλαβαίνετε, ούτε αυτή, ούτε τα παιδιά που εργάζονται εκεί είχαν χρόνο για περισσότερα. Κι αυτό το μικρούλι, κακοποιημένο όπως φαινόταν ότι ήταν, και εγκαταλελειμμένο, κούρνιασε σε εκείνη τη γωνίτσα και δεν κουνιόταν ούτε γάβγιζε. Όμορφο δεν το λες ούτε και χαριτωμένο. Έχει όμως ένα διαπεραστικό βλέμμα που σε καθηλώνει. Κι εγώ δίνω πολύ σημασία στα βλέμματα και των ανθρώπων και των ζώων.
         Κάτω από περίεργες συνθήκες έγινε η πρώτη μου επαφή μαζί του. Όταν το πήρα στην αγκαλιά μου ένιωσα να τρέμω από το τρέμουλό του. Η γυναίκα που το μάζεψε μου είπε πως είναι πολύ τρομαγμένο και πως αν θέλω μπορώ να το κρατήσω γιατί αυτή δεν είχε χρόνο να του αφιερώσει. Ούτε κι εγώ είχα σκέφτηκα, μα αυτόματα η επόμενη σκέψη ήταν πως είμαι πολύ εγωίστρια και πως χρόνο είχα απλά δεν ήθελα δεσμεύσεις μιας και η ελευθερία για 'μένα, είναι ύψιστο δώρο με θυσίες αποκτημένο. Το ξαναπροσπάθησα παλιότερα και δεν τα είχα καταφέρει. Από την ημέρα όμως εκείνη, το σκεφτόμουν αυτό το σκυλάκι. Πήγαινα στο μαγαζί καθημερινά όταν έφτανα στην κορυφή για να το κάνω μια αγκαλιά και για να συνηθίζει στη μυρωδιά μου γιατί ήδη νοερά συγκατοικούσα μαζί του. 
        Η πρόταση ξανάγινε με την εναλλακτική λύση πως αν η προσαρμογή μας, η δική μου και του μικρού πλάσματος δηλαδή, δεν γινόταν εύκολα, θα μπορούσα να το επιστρέψω. Κι έτσι, με αυτόν τον όρο, το πήρα.
        Χθες για πρώτη φορά στη ζωή μου περπάτησα δίπλα σε ένα ζωντανό και ήμουν δεμένη μαζί του με αλυσίδα.
        Χθες για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα τι σημαίνει αλληλεπίδραση ανθρώπου με σκυλί.
       Χθες για πρώτη φορά μετά από χρόνια, σκέφτηκα πως πρέπει να προσπαθήσω να χάσω μέρος της ελευθερίας μου και να δεσμευτώ με αυτό το πλάσμα στην άλλη άκρη της αλυσίδας γιατί θέλω να πιστεύω πως αξίζει.
       Σας είπα. Αυτό το βουνό, είναι μαγικό. Μου χαρίζει ξεχωριστά δώρα!
       Ελπίζω και εύχομαι να τα καταφέρω. Δέκα μέρες δεν ξέρω αν είναι πολλές ή λίγες για μια τέτοια μεγάλη και υπεύθυνη απόφαση. Υποσχέθηκα όμως στον εαυτό μου να προσπαθήσω και έχω ήδη αναβάλλει μια ολοήμερη εξόρμηση.
      Ελπίζω και εύχομαι πως δεν θα λιποψυχήσω. 



Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

μέτρα και σταθμά



         Έβλεπα το πρωί ένα βιντεάκι που κάποιος ανέβασε χθες στο internet. Βράδιασε κι ακόμη το σκέφτομαι. Ένας σεκιουριτάς, με απαράδεκτα μη ευγενικό τρόπο, προσπαθεί να κατεβάσει από το τρένο έναν αλλοδαπό επειδή ο δόλιος είχε την ατυχία να κουβαλά και μια βαλίτσα. Ισχυριζόταν πως απαγορεύονται οι βαλίτσες στα βαγόνια και επέμενε με τραμπούκικο τρόπο να κατεβάσει τον συνάνθρωπό του από το συγκεκριμένο βαγόνι. Του επέβαλλε δε, να πάρει τη βαλίτσα του και να πάει στο τελευταίο βαγόνι.
        Ανάμεικτα συναισθήματα με κατέκλυσαν. Θυμός για τον σεκιουριτά, για την συμπεριφορά του, για τον τρόπο που μιλά σε κάποιον που δεν γνωρίζει, για τον ενικό και τον τσαμπουκά που χρησιμοποιεί! Σεβασμός για τον αλλοδαπό, για το ότι τον έπνιξε το δίκιο και αντιστάθηκε λέγοντας ένα ηχηρό ΌΧΙ, για το γεγονός ότι ζητούσε το λόγο που θα έπρεπε να κατέβει δείχνοντας το εισιτήριό του και ρωτώντας "τι πρόμπλεμ" υπήρχε. Χαρά και ξανάσασμα για την κυρία που πήρε θέση στην σκηνή που εξελίχθηκε μπροστά της. Οργή και αγανάκτηση ακόμη μια φορά για τον άδικο αυτό κόσμο μας, για τις ανασφάλειες που κουβαλάμε, για τον ρατσισμό μας και για τη μικρότητά μας, για τον αυτοσεβασμό που κυνηγούμε απελπισμένα και που τον καλύπτουμε δείχνοντας την μικρή δύναμη που νομίζουμε πως έχουμε σε κάποιον πιο αδύναμο από ΄μας!
        Δεν ξέρω τους κανονισμούς του ΟΑΣΑ. Ίσως το δίκιο να το είχε τελικά ο σεκιουριτάς. Αλλά αυτό δεν με αφορά. Απαιτώ να μου μιλούν στον πληθυντικό αν δεν με γνωρίζουν όπως μιλώ κι εγώ στους άλλους. Απαιτώ οι εργαζόμενοι, σε οποιονδήποτε εργασιακό χώρο, να σέβονται τους πολίτες και κανένας να μην υποτιμά κανένα για κανέναν λόγο. Απαιτώ, αν άθελά μου παραβώ κανόνες και θα πρέπει να μου γίνει κάποια σύσταση, να μου γίνει με ευγενικό τρόπο και φυσικά πάντα στον πληθυντικό! Απαιτώ να εξυπηρετούμαι ευγενικά, όπως ευγενικά εξυπηρετούσα τον κόσμο όταν εργαζόμουν και επίσης απαιτώ να ζω σε ανθρώπινο περιβάλλον και όχι σε ζούγκλα γιατί εγώ είμαι άνθρωπος. Και επιτέλους, ας σταματήσουν οι πόρτες στις καρδιές των ανθρώπων να ανοίγουν διάπλατα, χωρίς κλειδί, μόλις αντικρίζουν έναν όμορφο, ή έναν καλοντυμένο άνθρωπο, ή έναν άνθρωπο με οικονομικό και κοινωνικό status!
         Επαναλαμβάνω. Δεν ξέρω τους κανονισμούς του ΟΑΣΑ. Ξέρω μόνο, πως όταν πριν από καιρό βρέθηκα στη θέση του αλλοδαπού, ένας σεκιουριτάς όλο ευγένεια και χαμόγελο, μου πρόσφερε τη βοήθειά του, χωρίς καν να του το ζητήσω, για να ανεβάσω στο τρένο τη δική μου βαλίτσα. Αν και καλό μου έκανε ο άνθρωπος, ωστόσο θυμάμαι πως ένιωσα άβολα, προβληματίστηκα για διάφορα και δεν το κρύβω πως εξοργίστηκα όταν το ξανασκέφτηκα. 
     Τον ίδιο εξοργισμό ένιωσα βλέποντας το πρωί στο βιντεάκι την συμπεριφορά του σεκιουριτά προς τον αλλοδαπό για τη βαλίτσα του... 



    Υ.Γ. Ξέρω πως τον σεβασμό δεν τον απαιτείς, τον κερδίζεις. Ο σεβασμός όμως που εδώ απαιτώ, είναι εκείνος που πρέπει να υπάρχει μεταξύ αγνώστων. Αν δεν καταφέρω να τον κερδίζω μετά από προσωπική γνωριμία, τότε θα πρέπει να προβληματιστώ σαν άτομο.   

Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Κλεμμένα & Κλεπταποδόχοι


Από τα "κλεμμένα" που κλεπταποδόχοι ευελπιστώ να είναι και οι κόρες μου.
Γράμμα στην κόρη μου 
του ΧΌΡΧΕ ΜΠΟΥΚΆΙ
Πριν πεθάνω, κόρη μου, θα ΄θελα να ΄μαι σίγουρος ότι σου έμαθα :
Να χαίρεσαι τον έρωτα
Να έχεις εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σου
Να αντιμετωπίζεις τους φόβους σου
Να ενθουσιάζεσαι με τη ζωή
Να ζητάς βοήθεια όταν τη χρειάζεσαι
Να επιτρέπεις να σε παρηγορούν όταν πονάς
Να παίρνεις τις δικές σου αποφάσεις
Να υπερασπίζεσαι τις επιλογές σου
Να είσαι φίλη του εαυτού σου
Να μη φοβάσαι μήπως γελοιοποιηθείς
Να ξέρεις πως αξίζεις να σ’ αγαπάνε
Να μιλάς στους άλλους τρυφερά
Να λες κάτι ή να σωπαίνεις ανάλογα με το τι κρίνεις για σένα σωστό
Να αποκτάς φήμη για τα κατορθώματά σου
Να αγαπάς κι να φροντίζεις το κοριτσάκι που έχεις μέσα σου
Να μην εξαρτάσαι από την επιδοκιμασία των άλλων
Να μην επωμίζεσαι τις ευθύνες όλων
Να συνειδητοποιείς τα συναισθήματά σου και να πράττεις ανάλογα
Να μην κυνηγάς το χειροκρότημα αλλά τη δική σου ικανοποίηση από το γεγονός
Να δίνεις γιατί θέλεις, ποτέ γιατί νομίζεις πως είναι υποχρέωσή σου
Να απαιτείς να σε πληρώνουν όπως πρέπει για τη δουλειά σου
Να δέχεσαι τους περιορισμούς και την αδυναμία σου χωρίς θυμό
Να μη επιβάλλεις τα κριτήριά σου ούτε να επιτρέπεις να σου επιβάλλουν οι άλλοι τα δικά τους
Να λες το ναι μονάχα όταν το θέλεις και να λες όχι χωρίς ενοχές
Να ζεις το σήμερα και να μην έχεις μεγάλες προσδοκίες
Να ρισκάρεις περισσότερο
Να δέχεσαι την αλλαγή και ν’ αναθεωρείς τις πεποιθήσεις σου
Να προσπαθείς να γιατρέψεις τις παλιές και τις πρόσφατες πληγές σου
Να φέρεσαι κα να απαιτείς να σου φέρονται με σεβασμό
Να γεμίζεις πρώτα το δικό σου ποτήρι κι αμέσως μετά το ποτήρι των άλλων
Να σχεδιάζεις το μέλλον αλλά να ζεις το παρόν
Να εμπιστεύεσαι τη διαίσθησή σου
Να χαίρεσαι τις διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα
Να καλλιεργείς σχέσεις υγιείς όπου ο ένας στηρίζει τον άλλο
Να κάνεις την κατανόηση και τη συγγνώμη προτεραιότητές σου
Να δέχεσαι τον εαυτό σου όπως είναι
Να μην κοιτάς πίσω σου για να δεις ποιος σε ακολουθεί
Να μεγαλώνεις και να μαθαίνεις από τις διαφωνίες και τις αποτυχίες σου
Να επιτρέπεις στον εαυτό σου να λύνεται στα γέλια μες στο δρόμο χωρίς ιδιαίτερο λόγο
Να μη θεοποιείς κανέναν, και ακόμη λιγότερο εμένα.

Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016

Τα πρώτα της Άνοιξης.

        
     
       Ίσως να είναι ακόμη νωρίς να μιλάμε για Άνοιξη, μα πιστέψτε με η Άνοιξη βιάζεται να έρθει σε ΄μας περισσότερο απ' ό,τι εμείς βιαζόμαστε να πάμε σ' εκείνην.  
   Σκεφτόμουν στην σημερινή μου εξόρμηση να πάρω τη φωτογραφική μηχανή μαζί μου για να σας κεράσω εικόνες γεμάτες ζωή που ξεπηδά μέσα από την παγωμένη χειμωνιά, μα τελικά δεν κατάφερα να αποδράσω όσο κι αν το είχα ανάγκη. Έστειλα όμως το μυαλό μου μοναχό του μια βόλτα γιατί αυτό σε κανένα εμπόδιο και για καμιά αιτία δεν σταματά τις αποδράσεις. Μα ξέρετε. Ένα μυαλό τι να σου κάνει? Πόσες από τις φωτογραφίες που αποτυπώνει μπορεί να τις εκτυπώσει ή να τις αποδώσει ηλεκτρονικά? Καμία όπως ήδη γνωρίζετε. Οπότε αναγκαστικά τις συγκεκριμένες τις κρατώ μόνον για τον εαυτό μου. Δυστυχώς είναι από τα λίγα πράγματα που όσο και να θέλεις είναι αδύνατον να μοιραστείς.

     Επειδή όμως είμαι πολύ ερωτευμένη, και πρόσφατα ανακάλυψα πως υπάρχει και αντίζηλος, ναι airis καλά κατάλαβες, για ΄σένα μιλώ, επειδή λοιπόν έλεγα πως είμαι πολύ ερωτευμένη με τη ζωή, και φυσικά δεν εννοώ τον εαυτό μου (αν και θα μπορούσε να συμβαίνει και αυτό), με την άλλη τη ζωή, αυτήν με το μικρό "ζ" ή καλύτερα αυτήν με τα γράμματα όλα κεφαλαία (ΖΩΉ), και επειδή κάθε Άνοιξη αυτός ο έρωτας φουντώνει και θεριεύει ακόμη περισσότερο, κυρίως με τα πρώτα αγριολούλουδα, και τα πεταρίσματα των πεταλούδων, μπαίνω στον πειρασμό να μοιραστώ μαζί σας φωτογραφίες όχι και τόσο επαγγελματικές όπως αυτές που κυκλοφορούν εδώ μέσα, μα ωστόσο μοναδικές και ασύγκριτες παρά το γεγονός ότι τραβήχτηκαν από το χιλιοτσακισμένο κινητό μου. 

      Αν και Φλεβάρης ακόμα, αφιερώνω αυτό το Ανοιξιάτικο άρωμα, σε όλες τις αντίζηλες και γιατί όχι και στους αντίζηλους άντρες που είναι ερωτευμένοι με τη ζωή-ΖΩΉ, με την από καρδιάς ευχή να αρχίσουν να πεταρίζουν πεταλούδες μέσα στο νου, στην ψυχή σ' ολόκληρο το είναι τους!
        Η ανεμώνη που βλέπετε είναι όπως καταλάβατε η πρώτη της φετινής Άνοιξης. Το δε χιονισμένο βουνό που στο βάθος διακρίνεται, είναι το Φαλακρό όπως φαίνεται από πλαγιά του Κορυλόβου.

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

Θεατρικός μονόλογος.


          Κάθομαι τώρα στην αγαπημένη σου πολυθρόνα. Θυμάμαι, όταν αγόρασα αυτό το σαλόνι, ήρθες να το δεις όλο καμάρι! Μπήκες στο σπίτι μου και κάθισες κατ' ευθείαν σ' αυτήν εδώ την πολυθρόνα. Χάϊδεψες με τα ακροδάχτυλα σου τα μπράτσα της. Να. Έτσι ... Με αργές, τρυφερές κινήσεις. Θαρρείς και χάϊδευες εμένα όταν ακόμη ήμουν βρεφούδι. 
       Με κοίταξες με έντονο βλέμμα. Βλέμμα που πρόδιδε πληρότητα και ένα αίσθημα υπερηφάνειας για ΄μένα. Είπες μια φράση μοναχά : "Αυτός είναι ο θρόνος μου". Ξαφνιάστηκα στο άκουσμα αυτό μα δε μίλησα. Άφησα την απορία μου να μείνει ξεκρέμαστη και προτίμησα να παραχωρήσω τη θέση της σε ένα χαμόγελο που με μαγικό τρόπο, ξέκλεψε ένα συνωμοτικό χαμόγελο από τα δικά σου χείλη. Δεν χρειαζόταν να εξηγήσουμε τίποτα και σε κανέναν.
       Γράφω τώρα τούτες τις αράδες και είναι σα να σε έχω μπροστά μου. Είναι για μια ακόμη φορά τόσο ζωντανό το αίσθημα της παρουσίας σου που με κατακλύζει, κι ας είσαι απούσα. Νοσταλγώ το συναπάντημα των ματιών μας που τόσα πολλά έλεγαν μέσα από τις ατελείωτες σιωπές μας. Σιωπές που κραύγαζαν για ψυχική επαφή. Ξέρεις? Προτιμούσα τις σιωπές μας. Τις ώρες εκείνες που αφήναμε το χρόνο να κυλά χωρίς να λέμε τίποτα. Τις ώρες εκείνες που βυθιζόταν η καθεμιά στις σκέψεις της και επικοινωνούσαμε με έναν μυσταγωγικό τρόπο. Όταν ξεμύτιζαν λέξεις από τα χείλη μας κάτι αλλόκοτο θαρρείς πως συνέβαινε. Ένας εκνευρισμός βγαλμένος από τον αθέατο εσωτερικό μου κόσμο φτερούγιζε στον αέρα και αμαύρωνε τις λιγοστές μας στιγμές. Τώρα πια ξέρω τι ήταν αυτό που κατά βάθος με έφτανε πέρα από τα όρια του εαυτού μου. Ήταν μαμά που ήθελα σα μικρό παιδί να κουρνιάσω στην αγκαλιά σου και να σου ζητήσω να φιλήσεις τις πληγές της ψυχής μου να γιάνουν. Μα πως να κάνω κάτι τέτοιο? Από τη μια εγώ, γυναίκα δυνατή υποτίθεται και πάντα μάχιμη στον αγώνα της ζωής, στη μέση της αρένας ενός χαιρέκακου κόσμου, από την άλλη εσύ, ένα βασανισμένο, πονεμένο και ανυπεράσπιστο σπουργίτι. Κατέληγα πάντα να απλώνω το χέρι μου, να σου χαϊδεύω το μάγουλο και τα μαλλιά και να σκέφτομαι πόση ανάγκη είχα εγώ αυτό το χάδι. Ναι μαμά. Προτιμούσα τις σιωπές μας. Έτσι μπορούσαμε και οι δυο να βυθιζόμαστε στις σκέψεις μας και συγχρόνως να νιώθουμε πως είμαστε έστω και έτσι μαζί. Για όσες φορές...
        Μόνον ένα βράδυ θυμάμαι πως σπάζοντας τη σιωπή μας αισθανθήκαμε όμορφα όπως αισθάνονται δυο φίλες που ανοίγουν τα εσώψυχά τους και λυτρώνονται από το σκούρο χρώμα της ψυχής. Το θυμάμαι με πόνο εκείνο το βράδυ μα και με νοσταλγία συγχρόνως. Πόσα τέτοια βράδια θα μπορούσαμε να έχουμε οι δυο μας. Αν οι συνθήκες ήταν διαφορετικές. Αν ... 
       Γροθιά στο στομάχι είναι η ήρεμη φιγούρα σου η γαληνεμένη, όταν σηκώθηκες από το κρεβάτι σου και ήρθες και κάθισες μαζί μου στο σαλόνι επειδή μου είπες πως δεν είχες ύπνο. Είχα μόλις ετοιμάσει μια φρουτοσαλάτα και έβαλα ένα ποτήρι κόκκινο κρασί να πιω. Ήταν ο τρόπος μου για να ξεκουράζω το μυαλό από τις σκέψεις που το μαστίγωναν αλύπητα. Ένα ποτήρι κόκκινο κρασί και μια φρουτοσαλάτα με παρέα τη λυτρωτική μοναξιά μου. Καμιά φορά το παράκανα, και γέμιζα και δεύτερη φορά το ποτήρι μου, όταν το βράδυ δεν κυλούσε γρήγορα. Και όταν τα πράγματα ήταν πολύ ζόρικα μέσα στη μέρα που έδινε τη θέση της σε μια αβάσταχτη νύχτα, ίσως να ακολουθούσε και ένα τρίτο ποτήρι για να χαλαρώσει κορμί και νους από κούραση και σκέψεις.
       "Να σου βάλω ένα ποτήρι κρασί μαμά?" σε ρώτησα, και τώρα που ζω ξανά τη σκηνή, ξεχωρίζω μια χαρούμενη λάμψη στα μάτια σου. "Ναι" μου είπες, "αλλά λίγο, γιατί πήρα και το χάπι της πίεσης". Σου έβαλα. Μισό ποτήρι κόκκινο κρασί. Σου έκοψα και λίγα φρούτα από εκείνα που μπορούσες να φας και κάθισα δίπλα σου να κάνουμε παρέα. Μόνη εγώ, αυτοεξόριστη από τη ζωή που έχτιζα τόσα χρόνια, μόνη κι εσύ, διωγμένη από το σπίτι σου που κάποτε στέγαζε μια ζηλευτή οικογενειακή θαλπωρή. Τώρα στέγαζε μοναχό του το άρρωστο παιδί σου. Αιτία του διωγμού σου από τη φωλιά σου χωρίς ωστόσο να μπορείς να του κρατήσεις κακία για το κατάντημά σου. Κοίτα λοιπόν, σκέφτηκα, πως δυο ανθρώπινα κουφάρια μπορούν και να περνούν καλά!
       Όμορφη βραδιά Θεέ μου! Αυτήν την βραδιά επέλεξα να κρατήσω στη μνήμη μου από ΄σένα. Από ΄μας.
       Ήξερες το Γολγοθά που περνούσα τα τελευταία χρόνια. Ήξερα πως δε γινόταν να στηρίζομαι σε ΄σένα. Ξέραμε και οι δυο πως η μία δεν μπορούσε να βοηθήσει την άλλη όσο και αν το λαχταρούσαμε. Ούτε ψυχικά μα ούτε και οικονομικά. Ξέραμε και οι δυο πως ουσιαστικά ήμασταν μόνες και πως ενώ εσύ είχες αποκάμει από τη ζωή και πλέον είχες αφεθεί στη μοίρα σου, εγώ έπρεπε με κάθε τρόπο να σταθώ στο ύψος των περιστάσεων γιατί ήμουν η ρίζα ενός δέντρου και σαν ρίζα, όφειλα να κρατώ στη θέση τους τα κλωνάρια μου Να τα κρατώ γερά και να τα προστατεύω απ' όλους τους καταστροφικούς αέρηδες. Μέχρι να καρπίσουν.
        "Δεν σε φοβάμαι" μου είπες. "Είσαι καπετάνιος εσύ!".
       Μαμά? Σου είπα ποτέ πόση δύναμη μου έδωσε εκείνη σου η κουβέντα? Σου είπα ποτέ πόσο πολύ γραπώθηκα από τα λόγια σου αυτά, και πόσο με στήριζαν κάθε φορά που ο άνεμος παράδερνε με λύσσα τη ζωή μου? Ακόμη και σήμερα μαμά τα λόγια σου εκείνα είναι δεκανίκι που γερά κρατώ να μην λυγισω. Να μη λιγοψυχίσω σ' ότι δυσβάσταχτο συμβαίνει. Είναι η φλογίτσα που συνέχεια μέσα μου θα καίει και σε κάθε ανεμοσούρι που απ' έξω θα φυσά, αυτή θα δυναμώνει και θα με κρατά αντριωμένη. Είναι, και θα ΄ναι πάντα, η δύναμη που θα με μεταμορφώνει σε μια ολόκληρη πυρκαγιά, στη δίνη της οποίας όλες οι δυσκολίες θα γίνονται κλαράκια που θα καίγονται, θα την τροφοδοτούν και θα την θεριεύουν ακόμη πιο πολύ. Κι όταν στο τέλος της ζωής αυτής θα φτάσω, θα ΄ναι σα να σβύνει μια τεράστια φωτιά που στο πέρασμά της αποκαϊδια άφησε όλες τις κακουκίες που συνάντησε στο διάβα της.
    Τι κι αν δεν σου το ΄χα πει ποτέ μου? Στο λέω τώρα, νοερά και ξέρω πως ακούς τη σκέψη μου εκεί στο παράλληλο σύμπαν όπου περιφέρεσαι και στοργικά παρακολουθείς τα βήματά μου.
         Φοβόσουν τα γεράματά σου. Από τα μικράτα μου σε θυμάμαι να μιλάς γι' αυτά. Και όσο τα φοβόσουν, τόσο δύσκολα ήταν. Μαχαίρι στην καρδιά μου το Ίδρυμα όπου έμελλε να καταλήξεις. Ένα μαχαίρι πριονωτό που αόρατο χέρι χωρίς λύπηση καμιά, το στριφογυρίζει ακόμη και σήμερα με ηδονή μες την καρδιά μου. Μεγάλη είναι η τρύπα που άνοιξε η λάμα του, την έχει σχεδόν ροκανίσει ολόκληρη και μόνον το περίγραμμα έχει απομείνει από αυτήν. Ακόμη και αυτό κοντεύει να εξαφανισθεί με την απουσία σου μαμά και με την απουσία κι άλλων πνοών αγαπημένων από τη ζωή μου. Ίσως και να είμαι η μοναδική ανθρώπινη υπόσταση που στη θέση της καρδιάς έχει μια μεγάλη μαύρη τρύπα. Με έντονα τα σημάδια της κακοποίησής της.
        Πως ήρθαν έτσι τα πράγματα μαμά? Ποιοι κακοί δαίμονες και ποιες σκοτεινές δυνάμεις συνωμότησαν για ένα τέτοιο τέλος? Προσπαθώ ακόμη και σήμερα να βρω μια λύση, μια καλύτερη λύση για ΄σένα. Ακόμη και σήμερα. Δύο χρόνια μετά από το χαμό σου. Είναι πολύ αργά. Το ξέρω. Δεν έχει νόημα. Όμως θέλω να εξαντλήσω όλα τα περιθώρια.
Σκέφτομαι, σκέφτομαι, σκέφτομαι...
Δεν βρίσκω λύση.
Τρελαίνομαι!
Εκεί καταλήγεις πάλι...
Η θέση σου έλεγες ήταν δίπλα στο άρρωστο παιδί σου γιατί αισθανόσουν πως σε είχε απόλυτη ανάγκη. Και όταν ήρθε εκείνη η μαύρη ώρα που το Ίδρυμα ήταν πλέον μονόδρομος για εκείνο, έγινε με μιας μονόδρομος και για ΄σένα. Επιλογές που δεν είχα τη δύναμη να τις αλλάξω. 
        Τι κι αν ζητούσε η ψυχή σου με περισσή λαχτάρα να περάσεις στο σπίτι σου τα στερνά σου?
Τόσο ανήμπορη! Τόσο ανάξια κόρη!
Τίποτα. Τίποτα δεν έκανα για να γυρίσεις εκεί όπου ήταν η θέση σου. Στο άλλοτε γεμάτο θαλπωρή και χαρά σπιτάκι σου.
Σκέφτομαι, σκέφτομαι, σκέφτομαι...
Τρελαίνομαι!
Δεν έχει νόημα.
Έφυγες...
Έχει νόημα! Είσαι εδώ! Είσαι μέσα μου, στη θέση της τρύπας που απέμεινε από την χαμένη μου καρδιά! Πρέπει να βρω μια λύση μαμά!
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΣΚΕΦΤΩ ΚΙ ΑΛΛΟ!

Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2016

Κακές συνήθεις, αναπάντεχα αποτελέσματα.



     Έχω μία κακιά συνήθεια. Κάθε φορά που καταναλώνω ένα φρούτο, αν υπάρχει κουκούτσι και δεν θέλω να διακόψω το διάβασμα εκείνη τη στιγμή για να σηκωθώ να το πετάξω, "βάζω καλάθι" στην κοντινότερη γλάστρα που υπάρχει δίπλα μου. Με την πρώτη ευκαιρία όταν ξεκουνιέμαι, το μαζεύω και το πετώ στα σκουπίδια. Δεν είναι όμως λίγες οι φορές που το ξεχνώ εκεί, με αποτέλεσμα να μένει στη γλάστρα για αρκετό καιρό. Ορισμένα λοιπόν από αυτά τα ξεχασμένα κουκούτσια κάνουνε ενίοτε τη διαφορά. Βγάζουν ριζούλες και βλαστάρια και με τον καιρό μεγαλώνουν και ζητούν επιτακτικά το δικό τους χώρο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες το μόνο που μπορώ να κάνω γι' αυτά είναι η μεταφύτευσή τους σε μια καινούρια γλάστρα έτσι ώστε να μπορέσουν αναπτυχθούν. Κατά διαστήματα με αυτόν το περίεργο τρόπο απέκτησα λεμονιά, μανταρινιά, πορτοκαλιά που στην πορεία χάθηκαν γιατί όσο μεγάλωναν ο χώρος που τους πρόσφερα ήταν πολύ μικρός για πρόοδο. Μόνο οι δύο μουσμουλιές υπάρχουν προς το παρόν αλλά μέχρι πότε?
    Και πολλά πολλά δεντράκια αβοκάντο, τα κουκούτσια των οποίων μου αρέσει να τα βάζω ως διακοσμητικά πάνω από το χώμα των φυτών μου, όπως ορισμένοι τοποθετούν βότσαλα.

 Το δε πρώτο αβοκάντο που φύτρωσε, τόσο ευχάριστα με ξάφνιασε που για μήνες η πρώτη μου έγνοια με το που άνοιγα τα μάτια μου κάθε πρωί ήταν να πάω δω αν συνεχίζει να υπάρχει, να αναπτύσεται! 

    Ξέρετε, χρειάζεται να κάνεις ολόκληρη διαδικασία για να βγάλει ρίζες ένα κουκούτσι αβοκάντο. Και το δικό μου φύτρωσε χωρίς καν να το επιδιώξω! Αν μπείτε μέσα στο ιντερνετ θα καταλάβετε τι εννοώ. Μετά από μήνες ρίζωσε και ένα δεύτερο κουκούτσι, και ένα τρίτο, και ενα τέταρτο, με αποτέλεσμα να γεμίσει το σπίτι μου δενδρίλια από αβοκάντο και να μην ξέρω τι να τα κάνω. Αν υπήρχε αυλή, θα ήταν τέλεια μα δεν υπάρχει. Έτσι όποιος φίλος ερχόταν στο σπίτι για καφέ ή φαγητό, έφευγε με ένα δέντρο αβοκάντο στα χέρια του και δίνοντάς μου την υπόσχεση πως θα προσέχει το "δώρο" μου.
     Όλα καλά μέχρι εδώ με τα κουκούτσια από τα αβοκάντο και από τα άλλα φρούτα. Πρόσφατα όμως αφαίρεσα ένα φύλλο που κιτρίνισε από ένα φυτό μου. Αφού ασυναίσθητα το πήγα αρκετές βόλτες περιφερόμενη στο σπίτι ξεχνώντας το στο χέρι μου μιας και δεν ήμουν συγκεντρωμένη, το ακούμπησα σε μια μικρή γλαστρίτσα. 

Το ξέχασα εκεί ως συνήθως. Σήμερα έπρεπε να ποτίσω τα φυτά μου και να η έκπληξη! Όταν το πήρα στα χέρια μου για να το ρίξω επιτέλους στον κάδο απορριμάτων αυτό που είδα δεν το πίστευα!



 Αυτα τα, κάθε άλλο παρά μικρά, απρόσμενα θαύματα που συμβαίνουν στην καθημερινότητα του καθενός μας είναι αυτά τελικά που έχουν όλη την ουσία και όλο το νόημα της ζωής. 
    Τα πολύ απλά που τόσο μεγάλη δυσκολία έχουν να τα κατανοήσουμε!