Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2016

Γυρίζοντας σελίδες ...



Από βιβλίο Ψυχολογίας :
  
   Υπάρχουν τρεις τρόποι προκειμένου να νιώσουμε καλά με τον εαυτό μας και να εισπράττουμε ένα αίσθημα ηρεμίας και αυτοπεποίθησης.
     Είτε σαν χόμπι, είτε σαν δουλειά, ανάλογα με τις δυνατότητες του καθενός, μπορούμε :
    1] Να κάνουμε κάτι στο οποίο είμαστε καλοί και βλέπουμε άμεσα τα αποτελέσματα (αυτοπεποίθηση).
    2]Να κάνουμε κάτι που μας δίνει νόημα, κάτι στο οποίο πιστεύουμε (υπαρξιακές ανησυχίες).
     3] Να κάνουμε κάτι που μας δίνει χαρά και ευχαρίστηση, έτσι χάνεται η αίσθηση του χρόνου.

... Καμία αναφορά στο τι κάνουν οι άλλοι για μας...


Καλό μήνα

Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Μεγάλωσα... Δεν έχω χρόνο...


(Αγαπημένο)

      Μέτρησα τα χρόνια μου και συνειδητοποίησα, ότι μου υπολείπεται λιγότερος χρόνος ζωής απ' ότι έχω ζήσει έως τώρα... Αισθάνομαι όπως το παιδάκι που κέρδισε μια σακούλα καραμέλες: τις πρώτες τις καταβρόχθισε με λαιμαργία αλλά όταν παρατήρησε ότι του απέμεναν λίγες, άρχισε να τις γεύεται με βαθιά απόλαυση.
      Δεν έχω χρόνο για ατέρμονες συγκεντρώσεις όπου συζητούνται, καταστατικά, νόρμες, διαδικασίες και εσωτερικοί κανονισμοί, γνωρίζοντας ότι δε θα καταλήξει κανείς πουθενά. Δεν έχω χρόνο για να ανέχομαι παράλογους ανθρώπους, που παρά τη χρονολογική τους ηλικία, δεν έχουν μεγαλώσει. Δεν έχω χρόνο για να λογομαχώ με μετριότητες.
     Δε θέλω να βρίσκομαι σε συγκεντρώσεις όπου παρελαύνουν παραφουσκωμένοι εγωισμοί. Δεν ανέχομαι τους χειριστικούς και τους καιροσκόπους. Με ενοχλεί η ζήλια και όσοι προσπαθούν να υποτιμήσουν τους ικανότερους για να οικειοποιηθούν τη θέση τους, το ταλέντο τους και τα επιτεύγματά τους. Μισώ να είμαι μάρτυρας των ελαττωμάτων που γεννά η μάχη για ένα μεγαλοπρεπές αξίωμα. Οι άνθρωποι δεν συζητούν πια για το περιεχόμενο... μετά βίας για την επικεφαλίδα.
      Ο χρόνος μου είναι λίγος για να συζητώ για τους τίτλους, τις επικεφαλίδες. Θέλω την ουσία, η ψυχή μου βιάζεται... Μου μένουν λίγες καραμέλες στη σακούλα... Θέλω να ζήσω δίπλα σε πρόσωπα με ανθρώπινη υπόσταση. Που μπορούν να γελούν με τα λάθη τους. Που δεν επαίρονται για το θρίαμβό τους. Που δε θεωρούν τον εαυτό τους εκλεκτό πριν από την ώρα τους. Που δεν αποφεύγουν τις ευθύνες τους. Που υπερασπίζονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Και που το μόνο που επιθυμούν είναι να βαδίζουν μαζί με την αλήθεια και την ειλικρίνεια. Το ουσιώδες είναι αυτό που αξίζει τον κόπο στη ζωή.
     Θέλω να περιτριγυρίζομαι από πρόσωπα που ξέρουν να αγγίζουν την καρδιά των ανθρώπων... Άνθρωποι τους οποίους τα σκληρά χτυπήματα της ζωής τους δίδαξαν πως μεγαλώνει κανείς με απαλά αγγίγματα στην ψυχή. Ναι, βιάζομαι, αλλά μόνο για να ζήσω με την ένταση που μόνο η ωριμότητα μπορεί να σου χαρίσει.
     Σκοπεύω να μην πάει χαμένη καμιά από τις καραμέλες που μου απομένουν... είμαι σίγουρος ότι ορισμένες θα είναι πιο νόστιμες απ' όσες έχω ήδη φάει. Σκοπός μου είναι να φτάσω ως το τέλος ικανοποιημένος και σε ειρήνη με τη συνείδησή μου και τους αγαπημένους μου.
     Εύχομαι και ο δικός να είναι ίδιος γιατί με κάποιον τρόπο θα φτάσεις κι εσύ...


Mario de Andrades


Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2016

Θα πούμε ψέματα, θα πούμε την αλήθεια.




     "Ο παππούς του παππού μου όταν ήταν λυπημένος ξέρετε τι έκανε? Έπαιρνε το δρόμο για το δάσος, κι ύστερα έπαιρνε ένα μυστικό μονοπάτι που οδηγούσε στην καρδιά ενός ξέφωτου μαγικού. Ήταν το ξέφωτο με τα χίλια χρώματα, τα χίλια ακούσματα, τις χίλιες μυρωδιές. Κοιτούσε ένα γύρω, ανάσαινε βαθιά, ύστερα άναβε μια μικρή φωτιά, έλεγε τα λόγια μιας προσευχής κι όλες του οι πίκρες κάνανε φτερά.
       Ο παππούς του πατέρα μου όταν ήταν λυπημένος ξέρετε τι έκανε? Έπαιρνε το δρόμο για το δάσος, κι ύστερα το μυστικό μονοπάτι που οδηγούσε στην καρδιά εκείνου του ξέφωτου, κοιτούσε, ανάσαινε, άναβε μια μικρή φωτιά, όμως είχε ξεχάσει τα λόγια της προσευχής.
        Ο παππούς μου όταν ήταν λυπημένος έπαιρνε το δρόμο για το δάσος, ύστερα το μυστικό μονοπάτι, έφτανε στο ξέφωτο, κοιτούσε, ανάσαινε βαθιά, όμως δεν ήξερε να ανάψει φωτιά, δεν ήξερε τα λόγια της προσευχής.
          Ο πατέρας μου όταν ήταν λυπημένος έπαιρνε το δρόμο για το δάσος, όμως ποτέ του δεν μπόρεσε να βρει το μυστικό μονοπάτι που οδηγούσε στην καρδιά του ξέφωτου, δεν έμαθε ποτέ του να ανάβει φωτιά, δεν άκουσε ποτέ του τα λόγια της προσευχής.
           Κι εγώ, κι εγώ  όταν είμαι λυπημένη, θα ΄θελα, θα ΄θελα να ΄παιρνα το δρόμο για το δάσος, όμως το δάσος δεν υπάρχει πια κι έπειτα πως θα μπορούσα να βρω το μυστικό μονοπάτι που οδηγούσε στην καρδιά του ξέφωτου? Έπειτα δεν ξέρω να ανάβω φωτιά, δεν ξέρω τα λόγια της προσευχής, όμως είμαι εδώ, μαζί σας και σας μιλάω γιατί θυμάμαι ακόμα την ιστορία."

Θα πούμε ψέματα θα πούμε την αλήθεια.
Κειμενογράφος : Λίλη Λαμπρέλλη



        Εγώ πάλι, όταν είμαι λυπημένη ξέρετε τι κάνω? Παίρνω το δρόμο για το δάσος, αυτό που υπάρχει ακόμη, ψάχνω να βρω τα μυστικά μονοπάτια που οδηγούν στην κορυφή, αυτά που περνούν από την καρδιά των ξέφωτων. Κι έπειτα, έπειτα παίρνω βαθιά ανάσα, φυσάω τη φλογίτσα που μέσα μου καίει διαρκώς και της ρίχνω ξυλάκια και κλαδάκια από πουρνάρια για να ζωντανέψει, να ζεστάνει την καρδιά μου και προσεύχομαι. Ναι, προσεύχομαι να φουντώσει αυτή η φωτιά και να με κάψει ολόκληρη. Εκεί, στην κορυφή. Να φανεί η φωτιά μου από τα ριζά του βουνού και από την πόλη και να σκεφτούν όσοι την δουν, αν τη δουν : Κάτι γίνεται εκεί ψηλά. Κάτι γίνεται...

    

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016

Δεν υπάρχει πάντα ένα αύριο...



«La marioneta» 

     "Αν ο Θεός ξεχνούσε για μια στιγμή ότι είμαι μια μαριονέτα φτιαγμένη από κουρέλια και μου χάριζε ένα κομμάτι ζωή, ίσως δεν θα έλεγα όλα αυτά που σκέφτομαι, αλλά σίγουρα θα σκεφτόμουν όλα αυτά που λέω εδώ.
       Θα έδινα αξία στα πράγματα, όχι γι' αυτό που αξίζουν, αλλά γι' αυτό που σημαίνουν.
     Θα κοιμόμουν λίγο, θα ονειρευόμουν πιο πολύ, γιατί για κάθε λεπτό που κλείνουμε τα μάτια, χάνουμε εξήντα δευτερόλεπτα φως.       Θα συνέχιζα όταν οι άλλοι σταματούσαν, θα ξυπνούσα όταν οι άλλοι κοιμόταν. Θα άκουγα όταν οι άλλοι μιλούσαν και πόσο θα απολάμβανα ένα ωραίο παγωτό σοκολάτα!
      Αν ο Θεός μου δώριζε ένα κομμάτι ζωή, θα ντυνόμουν λιτά, θα ξάπλωνα μπρούμυτα στον ήλιο, αφήνοντας ακάλυπτο όχι μόνο το σώμα αλλά και την ψυχή μου.
     Θεέ μου, αν μπορούσα, θα έγραφα το μίσος μου πάνω στον πάγο και θα περίμενα να βγει ο ήλιος.  Θα ζωγράφιζα μ' ένα όνειρο του Βαν Γκογκ πάνω στα άστρα ένα ποίημα του Μπενεντέτι κι ένα τραγούδι του Σερράτ θα ήταν η σερενάτα που θα χάριζα στη σελήνη. Θα πότιζα με τα δάκρια μου τα τριαντάφυλλα, για να νοιώσω τον πόνο από τ' αγκάθια τους και το κοκκινωπό φιλί των πετάλων τους...
      Θεέ μου, αν είχα ένα κομμάτι ζωή... Δεν θα άφηνα να περάσει ούτε μία μέρα χωρίς να πω στους ανθρώπους ότι αγαπώ, ότι τους αγαπώ. Θα έκανα κάθε άνδρα και γυναίκα να πιστέψουν ότι είναι οι αγαπητοί μου και θα ζούσα ερωτευμένος με τον έρωτα.
      Στους ανθρώπους θα έδειχνα πόσο λάθος κάνουν να νομίζουν ότι παύουν να ερωτεύονται όταν γερνούν, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι γερνούν όταν παύουν να ερωτεύονται! Στο μικρό παιδί θα έδινα φτερά, αλλά θα το άφηνα να μάθει μόνο του να πετάει. Στους γέρους θα έδειχνα ότι το θάνατο δεν τον φέρνουν τα γηρατειά αλλά η λήθη. Έμαθα τόσα πράγματα από σας, τους ανθρώπους... Έμαθα πως όλοι θέλουν να ζήσουν στην κορυφή του βουνού, χωρίς να γνωρίζουν ότι η αληθινή ευτυχία βρίσκεται στον τρόπο που κατεβαίνεις την απόκρημνη πλαγιά. Έμαθα πως όταν το νεογέννητο σφίγγει στη μικρή παλάμη του, για πρώτη φορά, το δάχτυλο του πατέρα του, το αιχμαλωτίζει για πάντα.
      Έμαθα πως ο άνθρωπος δικαιούται να κοιτά τον άλλον από ψηλά μόνο όταν πρέπει να τον βοηθήσει να σηκωθεί. Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που μπόρεσα να μάθω από σας, αλλά δεν θα χρησιμεύσουν αλήθεια πολύ, γιατί όταν θα με κρατούν κλεισμένο μέσα σ' αυτή τη βαλίτσα, δυστυχώς θα πεθαίνω.
      Να λες πάντα αυτό που νιώθεις και να κάνεις πάντα αυτό που σκέφτεσαι. Αν ήξερα ότι σήμερα θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ' έβλεπα να κοιμάσαι, θα σ' αγκάλιαζα σφιχτά και θα προσευχόμουν στον Κύριο για να μπορέσω να γίνω ο φύλακας της ψυχής σου. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα σ' έβλεπα να βγαίνεις απ' την πόρτα, θα σ' αγκάλιαζα και θα σου 'δινα ένα φιλί και θα σε φώναζα ξανά για να σου δώσω κι άλλα. Αν ήξερα ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα άκουγα τη φωνή σου, θα ηχογραφούσα κάθε σου λέξη για να μπορώ να τις ακούω ξανά και ξανά. Αν ήξερα ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες στιγμές που σ' έβλεπα, θα έλεγα "σ' αγαπώ" και δεν θα υπέθετα, ανόητα, ότι το ξέρεις ήδη. 
      Υπάρχει πάντα ένα αύριο και η ζωή μάς δίνει κι άλλες ευκαιρίες για να κάνουμε τα πράγματα όπως πρέπει, αλλά σε περίπτωση που κάνω λάθος και μας μένει μόνο το σήμερα, θα 'θελα να σου πω πόσο σ' αγαπώ κι ότι ποτέ δεν θα σε ξεχάσω.
         Το αύριο δεν το έχει εξασφαλίσει κανείς, είτε νέος είτε γέρος. Σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία φορά που βλέπεις τους ανθρώπους που αγαπάς. Γι' αυτό μην περιμένεις άλλο, κάν' το σήμερα, γιατί αν το αύριο δεν έρθει ποτέ, θα μετανιώσεις σίγουρα για τη μέρα που δεν βρήκες χρόνο για ένα χαμόγελο, μια αγκαλιά, ένα φιλί και ήσουν πολύ απασχολημένος για να κάνεις πράξη μια τελευταία τους επιθυμία. Κράτα αυτούς που αγαπάς κοντά σου, πες τους ψιθυριστά πόσο πολύ τους χρειάζεσαι, αγάπα τους και φέρσου τους καλά, βρες χρόνο για να τους πεις "συγνώμη""συγχώρεσέ με""σε παρακαλώ""ευχαριστώ" κι όλα τα λόγια αγάπης που ξέρεις.
       Κανείς δεν θα σε θυμάται για τις κρυφές σου σκέψεις. Ζήτα απ' τον Κύριο τη δύναμη και τη σοφία για να τις εκφράσεις. Δείξε στους φίλους σου τι σημαίνουν για σένα."



Υ.Γ. Το ποίημα αυτό, εσφαλμένα αποδόθηκε στον Gabriel Garcia Marquez, ο οποίος φαίνεται να είπε γι' αυτό : «Το μόνο που θα μπορούσε να με σκοτώσει, είναι ότι κάποιος θα μπορούσε να φανταστεί πως είμαι ικανός να γράψω κάτι τόσο κακόγουστο». 
Η αλήθεια είναι πως δημιουργός του ποιήματος είναι ο Johnny Welch, Μεξικάνος εγγαστρίμυθος και το είχε γράψει για την μαριονέτα του Mofles. Σε δημόσια δήλωση που έκανε ο Welch, παραδέχτηκε ότι το ποίημα είναι δικό του και ότι αισθάνθηκε πικραμένος διότι, αφενός μεν ξέρει πως δεν είναι καλός ποιητής αφετέρου δε, το ποίημά του αυτό δημοσιεύτηκε με το όνομα κάποιου άλλου. Μετά από αυτήν τη δήλωση, ο Marquez επισκέφθηκε τον Welch στο Μεξικό και του ζήτησε συγνώμη που αποκάλεσε το γραπτό του «κακόγουστο». Την επόμενη μέρα, η φωτογραφία αυτής της συνάντησης είχε γίνει πρωτοσέλιδο.


Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

Τα χέρια



Ο πρωινός ξυπνημός σήμερα με δυσκολία έγινε. Δεν ήθελα ν' αφήσω τον κόσμο του ονείρου. Αλλόκοτο όνειρο που ακόμη στη σκέψη τριγυρίζει. Ήτανε λέει ένας κόσμος όχι ανθρώπινος. Μόνο από χέρια η γη μας κατοικούνταν. Ζευγάρια χέρια που χωρίς δεσμά ζευγάρια ταιριαστά μέχρι το τέλος παραμέναν και που μόνο στο χάδι ήταν μαθημένα. Ήξερε κάθε χέρι ποιο είναι το ταίρι του και άλλο δεν ζητούσε κι όλα μαζί πιανόντουσαν με ένα πιάσιμο ζεστό και αλυσιδωτά κρατιώντουσαν. Έτσι που αγκάλιαζαν όλη τη γη και το ένα το άλλο βοηθούσε. Κι αφού τελειώνανε ότι είχανε να πράξουν, άρχιζαν άλλα να παίζουν μουσική κι άλλα χορό να στήνουν με φόντο καταγάλανο και φωτεινό.



Μια θαλπωρή γλυκιά ένιωθα σήμερα όλη τη μέρα μ' αυτό το όνειρο και σκεφτόμουν μόνο ζευγάρια χεριών που χωρίς δεσμά κι ελεύθερα, ζευγάρια παραμένουν. Κι έτσι ορμώμενη απ' αυτό το όνειρο, θυμήθηκα τόσα άλλα που έχουν σχέση με τα χέρια. Όπως τη γλώσσα των κωφάλαλων που ξέρουν να μιλούν χωρίς πολλούς θορύβους, όπως τα παιχνιδίσματα με το φως του κεριού και τις σκιές των ζώων στον τοίχο ή εκείνο το παιχνίδι με την κλωστή που άλλαζε σχέδια από ζευγάρι χεριών σε άλλο ζευγάρι χεριών, ή το παιχνίδι "πετάει πετάει ο γάϊδαρος" που κάναμε στα μικράτα μας για να περνούν όλες οι χειμωνιάτικες οι ώρες δίπλα στην ξυλόσομπα.




Θυμήθηκα και το παρακάτω κείμενο που, για κάποιον περίεργο λόγο, χαραγμένο στη θύμησή μου εδώ και χρόνια παραμένει.

"Κοιτάζει τα χέρια της.
Πως έγιναν έτσι? Που βρέθηκαν τόσες φλέβες, τόσες ελιές και σημάδια, τόσες ρυτίδες στα χέρια της? Εβδομήντα χρόνια τα κουβαλάει μαζί της και ποτέ δεν γύρισε να τα κοιτάξει. Ούτε τότε που ήταν χλωρά, ούτε που μέστωσαν, ούτε που μαράθηκαν, ώσπου ξεράθηκαν. Όλα αυτά τα χρόνια η έννοια της ήταν αλλού, όχι στα χέρια της : μην κοπεί, μην καεί, μην τρυπηθεί, μην το παρακάνει το βράδυ με τον άντρα της -όποτε τύχαινε, μιας στις τόσες- κι ακούσει πάλι τα λόγια του, καρφί στην καρδιά της "που τα ΄μαθες αυτά μωρ γυναίκα?"
Κοιτάζει τα χέρια της σαν να τα βλέπει πρώτη φορά. Ξένα της φαίνονται, καθώς κάθονται άνεργα πάνω στη μαύρη ποδιά της, σαν προσφυγάκια. Έτσι της έρχεται να τα χαϊδέψει. Και τι δεν τράβηξαν αυτά τα χεράκια, στα κρύα και στα λιοπύρια, στη φωτιά, στα νερά, στα χώματα, στα κάτουρα και στα σκατά. Πέντε χρόνια κατάκοιτη η πεθερά της, αλύχτησε ώσπου να της βγει η ψυχή.
Κοιτάζει πάλι τα χέρια της. Τι θα τα κάνει? Να τα κρύψει κάτω από την ποδιά της να μην τα βλέπει, να τα χώσει στην περούκα της διπλανής, που κοιμάται με το κεφάλι γουλί, να τα βάλει στις μάλλινες κάλτσες που της έφερε ο γιος της μόλις του ΄πε ότι κρυώνει εδώ στο γηροκομείο που την έριξε η μοίρα της? Τόσα χρόνια δεν γύρισε να τα κοιτάξει και τώρα δεν μπορεί να πάρει τα μάτια της από πάνω τους. Κι όταν δεν τα κοιτά ή κάνει πως δεν τα κοιτάει, την κοιτάνε αυτά. Άνεργα χέρια, τι περιμένεις, αφού δεν έχουν δουλειά κάθονται και κοιτάνε. Δεν είναι που κοιτάνε, άσ΄τα να κοιτάνε, είναι που κοιτάνε σαν να θέλουνε κάτι. Ξέρει τι θέλουν : να τα χαϊδέψει. Δεν θα τους κάνει τη χάρη. Ντρέπεται, γριά γυναίκα, να χαϊδεύεται στα καλά καθούμενα. Τα κοιτάζει κλεφτά και βλέπει μια σκουριά  από καφέ στο δεξί. Σηκώνεται και πάει στο μπάνιο, πιάνει το μοσχοσάπουνο και πλένει τα χέρια της. Τα πλένει, τα ξαναπλένει, δεν λέει ν' αφήσει το σαπούνι, της αρέσει έτσι που γλιστρούν απαλά, το ένα μέσα στο άλλο, "κοίτα", λέει, "που μ' έβαλαν να τα χαϊδέψω θέλοντας και μη, τα σκασμένα" και γελάει από μέσ της που δεν την κοιτάνε τώρα όπως πριν, χαμένα μέσα στους αφρούς και τα χάδια σαν να ΄χουν κλείσει τα μάτια, μην τους πάει σαπούνι και τα πάρουν τα δάκρυα."
Από το βιβλίο του Μιχ.Γκανά "Γυναικών-Μικρές και πολύ Μικρές Ιστορίες"


Αν το όνειρό μου αυτό θα μπορούσε κι απόψε να επαναληφθεί, δεν θα ΄θελα ο ξυπνημός να έρθει...

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Θάθελες τη μάσκα μου? Θάθελες τον καθρέφτη μου?

.... Μπορείς να κοιτάξεις τον εαυτό σου,
Μπορείς  να κοιτάξεις τον άλλον
Ή μπορείς να κοιτάξεις το πρόσωπο του Θεού σου...


Κέλτικο τραγούδι :

Marrakesh Night Market- « Νυχτερινή Αγορά του Μαρακές»
Μαζεύονται σε κύκλους
οι λαμπες φέγγουν τα πρόσωπά τους
το μισοφέγγαρο λικνίζεται στον ουρανό
οι ποιητές των τυμπάνων κρατούν τα καρδιοχτύπια μετέωρα
ο καπνός στροβιλίζεται προς τα πάνω και πεθαίνει.
Θαθελες τη μάσκα μου;
Θάθελες τον καθρέφτη μου;
Φωνάζει ο άντρας με την σκιερή κουκούλα
Μπορείς να κοιτάξεις τον εαυτό σου,
Μπορείς να κοιτάξεις τον άλλον
Ή μπορείς να κοιτάξεις το πρόσωπο του Θεού σου.
Οι ιστορίες είναι πλεγμένες
Και οι μοίρες έχουν ειπωθεί
Η αλήθεια μετριέται με το βάρος του χρυσού σου,
Η μαγεία είναι σκόρπια σε κιλίμια στρωμμένα
Η πίστη δημιουργείται στο ήχο της νυχτερινής αγοράς.
“Τα μαθήματα είναι γραμμένα σε περγαμηνές
Μεταφέρονται με άλογο από τον ποταμό Νείλο”
λεει η σκοτεινή φωνή στη λάμψη της φωτιάς,
η κόμπρα ρίχνει στη φλόγα ένα ελκυστικό χαμόγελο
Θαθελες τη μάσκα μου;
Θάθελες τον καθρέφτη μου;
Φωνάζει ο άντρας με την σκιερή κουκούλα
Μπορείς να κοιτάξεις τον εαυτό σου,
Μπορείς να κοιτάξεις τον άλλον
Ή μπορείς να κοιτάξεις το πρόσωπο του Θεού σου.



Και η Ελληνική εκδοχή σε στίχους Ρένιας Στίλογλου, μουσική Loreena McKennit και ερμηνεία από την Καλλιόπη Βέτα.

...Ψάξε σε ΄σένα να βρεις εμένα
Είμαι η όψη δικού σου Θεού...


Μέσα σε κύκλους πρόσωπα λάμπουν
Κομμάτι σελήνης, πληγή του ουρανού
Βάρδοι τυμπάνων καρδιές ραγίζουν
Κι όλοι σωπαίνουν στο χορό του καπνού.
Θες τη μορφή σου μάσκα κι εικόνα
Κλάμα ανθρώπινο, σκέψεις του νου
Ψάξε σε σένα να βρεις εμένα
Είμαι η όψη του δικού σου Θεού
Υφαντές ιστορίες, μοίρα γραμμένη
Μόνη αλήθεια η τιμή του χρυσού
Χαλί η μαγεία στο χώμα απλωμένη 
Αμαρτίας παζάρι νυχτερινό.
Θες τη μορφή σου μάσκα κι εικόνα
Κλάμα ανθρώπινο, σκέψεις του νου
Ψάξε σε σένα να βεις εμένα
Είμαι η όψη του δικού σου Θεού.
Σε πάπυρο είναι η γνώση δοσμένη
Φωνή σιωπηλή ακούς να μιλά
Τη φέρνει άσπρο άτι από το Νείλο
Στο φως της φλόγας η κόμπρα γελά.
Θες τη μορφή μου μάσκα κι εικόνα 
Κλάμα ανθρώπινο,σκέψεις του νου
Ψάξε σε ΄σένα να βρεις εμένα
Είμαι η όψη δικού σου Θεού.




Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

"Με σεβασμό βαθύ για την Ιθάκη"


Άσκηση δ.γ. : Διαλέξτε λέξεις από την Ιθάκη του Καβάφη  και γράψτε κάτι πατώντας πάνω σ' αυτές. 
Σημ. Ελπίζω πως δεν το άγγιξα καν το ποίημα για να το προσβάλλω.

Λέξεις : Φόβος, πνεύμα, μακρύς δρόμος, προορισμός, σοφία.


Μη φοβηθείς...
Όταν ο φόβος παίζει με το πνεύμα σου παιχνίδια
και τη ψυχή εμποδίζει τα ρίσκα της να πάρει,
μάθε στη σκέψη σου εμπιστοσύνη να μην έχεις,
θα ΄ρθεί καιρός που αυτή, τα όνειρά σου θα προδώσει μια για πάντα.
Μάθε τον μακρύ το δρόμο της καρδιάς τον άγνωστο
να ακολουθείς κι όπου σε βγάλει
κι αν διστάσεις κι απόφαση έχεις πάρει του νου σου τη φωνή ν΄ ακούσεις,
ο προορισμός σου άχρωμος κι ανούσιος θα φαντάζει.
Στη ζυγαριά σου μέχρι σήμερα αν ζύγιασες 
με λάθος μέτρα,
άλλαξε τρόπο και αφέσου στη δύσκολη οδό που η καρδιά ορίζει.
Χαμένος δε θα βγεις, αρκεί να το πιστέψεις, 
πως όση γνώση και σοφία 
από το δύσβατο το δρόμο τούτο επήρες,
εφόδια πολλά για την υπόλοιπη ζωή έχεις κερδίσει.

Ζ.Μ.

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2016

"Γι' αυτό συνεχίζω με τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας"



«Έχω για τη ζωή μιαν αντίληψη δραματική και ρομαντική. Ό,τι δεν αγγίζει βαθιά την ευαισθησία μου δεν με ενδιαφέρει. Όσον αφορά την ποίηση, στην πραγματικότητα καταλαβαίνω πολύ λίγα πράγματα. Γι' αυτό συνεχίζω με τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Ίσως απ' αυτά τα φυτά, τη μοναξιά, τη σκληρή ζωή, βγαίνουν οι μυστικές, αληθινά βαθιές "Ποιητικές Πραμάτειες" που κανείς δεν μπορεί να διαβάσει, γιατί κανείς δεν τις έγραψε. Η ποίηση διδάσκεται βήμα βήμα ανάμεσα στα πράγματα και στις υπάρξεις, χωρίς να τα χωρίσουμε, αλλά ενώνοντάς τα με την ανιδιοτελή απλωσιά της αγάπης.» 
Π.Ν.


Η βασίλισσα
Σε ονόμασα βασίλισσα.
Υπάρχουν ψηλότερες από σένα, ψηλότερες.
Υπάρχουν αγνότερες από σένα, αγνότερες.
Υπάρχουν ομορφότερες από σένα, ομορφότερες.
Αλλά εσύ είσαι η βασίλισσα.
Όταν περπατάς στο δρόμο
κανείς δε σε αναγνωρίζει.
Κανένας δε βλέπει το κρυστάλλινο σου στέμμα, κανένας δεν κοιτάζει
το από κόκκινο χρυσό χαλί
που πατάς καθώς περνάς,
το χαλί δεν υπάρχει.
Κι όταν εμφανίζεσαι
όλοι οι ποταμοί ακούγονται
στο κορμί μου, καμπάνες
σείουν τον ουρανό
κι ένας ύμνος γεμίζει τον κόσμο.
Μονάχα εσύ κι εγώ,
μονάχα εσύ κι εγώ, αγάπη μου,
τον ακούμε.
Πάμπλο Νερούδα

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

Οι αταίριαστες ψηφίδες


        Τελευταία φορά που το έπιασα στα χέρια μου, θυμάμαι πως ήταν αρχές Σεπτέμβη του 2014. Έκτοτε παραμένει στο μικρό δωμάτιο, παραδομένο κάτω από το σκέπασμα για να μην σκονίζεται και υπομονετικά καρτερώντας τη διάθεσή μου να συνεχίσω να κουβεντιάζω μαζί του με τα χέρια και τις σκέψεις μου. 


         Η αλήθεια είναι πως για να ασχοληθείς με τα χόμπι σου, πρέπει να νιώθεις μέσα σου μιαν ηρεμία, μια γαλήνη. Αν δεν υπάρχει δεν καταφέρνεις το επιθυμητό αποτέλεσμα. Μια φορά που το ενδιαφέρον μου ήταν έμπρακτο και αφιέρωσα κάποιες ώρες μαζί του, δικαιώθηκε η άποψή μου περί εσωτερικής ηρεμίας και γαλήνης μιας και η κατάληξη της διαδικασίας που τότε προέκυψε ήταν ένα κομμάτι παράταιρο για το υπόλοιπο και έπρεπε να ξηλωθεί. 

       Αρκετοί που με γνωρίζουν θεωρούν πως με αυτό το δημιουργικό έργο που τα χέρια παράγουν, θα πρέπει να ξεχνιέμαι και να ξεπερνάω τα άσχημα που γίνονται τριγύρω μου. Μα πώς να τους δώσω να καταλάβουν ότι μέσα από την ασχήμια δυσκολεύομαι πλέον πολύ να βγάλω στην επιφάνεια την ομορφιά? Πως κάθε ψηφίδα για να ταιριάξει με τις γύρω της θα πρέπει και στην πραγματική ζωή αυτό να συμβαίνει?

         Θα ήθελα να μπορούσα να κλείσω την πόρτα μου σ' αυτόν τον κόσμο και να ανοίξω ένα μεγάλο παράθυρο στον ήλιο. Ξέρετε. Εκείνον τον ήλιο που πίσω του κρύβεται ο δικός μου κόσμος όπου μαζεύτηκαν όλα τα παιδιά και στήνουνε παιχνίδι, χαίρονται και ζούνε την παιδική τους ηλικία. Τον κόσμο εκείνον όπως εγώ τον ονειρεύομαι και συχνά στα όνειρά μου δραπετεύω και που μοιάζει πολύ με αυτόν που περιγράφει η Μαρία Νικολάου στο "Κείμενό" της (συγχωρέστε με δεν ξέρω πως να παραπέμψω σε ένα blog μέσω του λινκ του και αυτοσχεδιάζω κόβοντας και αντιγράφοντας Μαρία, στο Κείμενο ). 
       Και τότε ναι. Οι ψηφίδες μου θα ταίριαζαν απόλυτα και θα έπαιρναν τη θέση τους στο έργο. 
         Τότε ναι. Θα μπορούσε να τελειώσει αυτό το ψηφιδωτό και να αρχίσει ένα καινούριο.


Υ.Γ. Μετά από τα σχόλιά σας σκέφτηκα να σας δείξω και τελειωμένες δουλειές μου γιατί έδωσα "συνταγή" στον Γιάννη που ρωτούσε για την τεχνική και τα υλικά που χρησιμοποιώ και θεωρώ πως πρέπει να έχει μια πλήρη εικόνα όποιος από εσάς θελήσει να ασχοληθεί. Σας ευχαριστώ όλους για τα κολακευτικά σας λόγια!
Τα δύο πρώτα θέματα δεν χρειάζονται επεξήγηση. Το τρίτο θέμα είναι ένα "καλντερίμι" και σπίτια από την πόλη μου και το τέταρτο θέμα ένα σπίτι στο Πήλιο.



Σάββατο, 5 Μαρτίου 2016

Ο τοίχος της καλοσύνης Δράμας




Την αγαπώ πολύ αυτήν την πόλη!!!
Αγαπώ πολύ και τους ανθρώπους της γιατί η αγάπη εδώ περισσεύει!!! 






Και όταν η αγάπη περισσεύει την μοιραζόμαστε απλόχερα χωρίς τσιγκουνιές και μιζέριες. Δεν την πετούμε στα σκουπίδια.



Γιατί όταν μοιράζεσαι το θετικό και το καλό, αυτό πολλαπλασιάζεται, σε αντίθεση με το αρνητικό και το κακό που στο μοίρασμά του με τον συνάνθρωπο μειώνεται αισθητά!

Παρασκευή, 4 Μαρτίου 2016

Το αλλαγμένο αγριολούλουδο



Ήτανε άλλοτε κάποιους καιρούς, αγνούς και ξέγνοιαστους
ένα αγριολούλουδο
Σα να ΄ναι χθες η μνήμη το ανασύρει
Άσπρο τριγύρω λιγοστό και μες το κέντρο του
                       το μαύρο χρώμα κυριαρχούσε
Άοσμο ήτανε θαρρώ
και τους αγρούς των παιδικών των χρόνων μου,
αντάμα με τις παπαρούνες τους κοσμούσε.
Χρόνο το χρόνο το άνθος τούτο το περίεργο,
άλλαζε όψη και λιγόστευε το μαύρο
κι όσο αυτό γινότανε μπροστά στα μάτια μου
άκουγα τη γιαγιά περίεργα λόγια να μου λέει.
Πως όταν άσπρο όλο το αγριολούλουδο 
                                               ντυνότανε,
ο κόσμος θα ΄χανε για πάντα τη ντροπή του.
Κείνα τα λόγια τα παράξενα τότε 
                            δεν καταλάβαινα, 
κι εξήγηση απ' τη γιαγιά δεν λαχταρούσα

Άλλαξε ο αιώνας και οι καιροί περάσανε
μα ακόμα το θυμάμαι το λουλούδι εκείνο
που κάτασπρο τώρα ένδυμα εντύθηκε,
Το μαύρο χρώμα μόνο στη μνήμη παραμένει
κείνο το μαύρο το παράξενο
που μες το κέντρο του άνθους κυριαρχούσε.

Ζ.Μ.

Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2016

Μια φορά, μια γειτονιά


      Την αφορμή για να σκαλίσω μνήμες την έδωσε η ηλεκτρονική φίλη και bloger Mia Petra pistos-petra.blogspot.gr Συγκίνηση, νοσταλγία, αγάπη για πρόσωπα και καταστάσεις που ήρθαν από τα μικράτα να παρελάσουν, γίνηκαν ένα κουβάρι με έντονα χρώματα και έπλεξαν το παραμύθι που έζησα.


                                  Οι γειτονιές που πρόλαβα.

     Όταν οι γονείς αποφάσισαν πως ήρθε η ώρα να στεγάσουν την εξαμελή οικογένεια κάτω από το δικό της κεραμίδι, η επιλογή της περιοχής πάρθηκε ομόφωνα. Λίγο έξω από την πόλη, όχι στο κέντρο της ή γύρω από αυτό αλλά ούτε και μακριά για να υπάρχει η δυνατότητα της εύκολης μετακίνησης. 
      Στους πρόποδες του Κορυλόβου, ανάμεσα σε δύο στρατόπεδα η γειτονιά που απλωνόταν σαν μικρό χωριό, με τη δική της εκκλησία και το δικό της σχολείο, ήταν ιδανική. Χαμηλά σπίτια, ένα μικρό μπακάλικο και πολλές αλάνες για τα παιχνίδια των παιδιών, έδιναν το δικό τους μοναδικό χρώμα.      
      Το οικόπεδο μεγάλο, διαμπερές, με δύο εισόδους στην αυλή, η μια ανατολικά και η άλλη προς τη δύση. Στη μέση η μικρή μονοκατοικία που δέσποζε σαν μια μικρή βιλίτσα. Και επειδή η ρυμοτομία εκείνα τα χρόνια ήταν σχεδόν ανύπαρκτη γύρω από την πόλη, οι δύο είσοδοι του οικοπέδου ήταν πάντα ανοιχτές για την διέλευση των γειτόνων. Διευκόλυνση για να μην κάνουν τον κύκλο στις μεταξύ τους επισκέψεις. Μέχρι και ο τσομπάνος γείτονας περνούσε μέσα από την αυλή με το κοπάδι του προκειμένου να "κόψει" δρόμο όταν πήγαινε το πρωί τα πρόβατά του στο βουνό για βοσκή και όταν αργά το απόγευμα τα γυρνούσε στη στάνη που είχε στη δική του αυλή. Τα κουδουνάκια από τα πρόβατα ξυπνούσαν πολλές φορές την οικογένεια και τότε θυμάμαι πως τσατιζόμουν με τον μπαμπά που δεν έλεγε να κλείσει τις πόρτες του οικοπέδου και να εμποδίζει την κίνηση της γειτονιάς. Τώρα τσαντίζομαι με τον εαυτό μου για τις σκέψεις εκείνες.
     Κατοικίδια δεν είχαμε, μα τα οικόσιτα ζώα στα γειτονικά σπίτια περίσσευαν. Κότες, σκυλάκια, γατιά, πρόβατα, κατσίκια. Όταν κάποτε ζητήσαμε από τον μπαμπά να μας πάρει ένα κατοικίδιο, θεώρησε πως ένα κατσικάκι, η "Τερέζα" μας, ήταν ιδανικό τόσο για να καλύψει αυτήν μας την ανάγκη, όσο και για να καλύψει το Πασχαλιάτικο τραπέζι που σε λίγους μήνες θα στρωνόταν. Μας το έφερε μικρούλι, σχεδόν νεογέννητο. Με μπιμπερό θυμάμαι το ταϊζαμε και όσο αυτό μεγάλωνε αποτρελαινόταν και σκαρφάλωνε πάνω μας, μας κουτουλούσε και μας έριχνε κάτω με τη δύναμη που αποκτούσε σιγά σιγά. Το Πάσχα ήρθε, η Τερέζα μας μια μέρα εξαφανίσθηκε "ως δια μαγείας" και στο τραπέζι της μεγάλης γιορτής πήρε τη θέση του αυτό που για ώρες γυρνούσαμε στη σούβλα και ναι μεν έμοιαζε για κατσίκι ο μπαμπάς ωστόσο μας έπεισε ότι ήταν γουρουνόπουλο γιατί αλλιώς δεν θα το αγγίζαμε. 
       Η ατραξιόν της εποχής εκείνης, ο "αρκουδιάρης" όπως τον αποκαλούσαμε, με το ντέφι και την αλυσοδεμένη αρκούδα που χόρευε, έκανε την εμφάνισή του πότε πότε και σαν μαγνήτης θαρρείς μας τραβούσε ένα τσούρμο παιδιά πίσω του, να βρισκόμαστε χωρίς να το καταλάβουμε σε άλλες γειτονιές μακριά πολύ από τη δική μας. Μετά ήρθε η τηλεόραση. Η μοναδική τηλεόραση όλης της γειτονιάς που έτυχε να βρίσκεται στο σαλόνι του ισόγειου σπιτιού μας. Εκεί η κατάσταση είχε ξεφύγει εντελώς. Καλοκαίρι, ανοιχτά τα παραθυρόφυλλα του σπιτιού όπως ανοικτή πάντα και η πόρτα του, με τα κλειδιά όλη μέρα από την εξωτερική κλειδαριά κρεμασμένα. Η τηλεόραση να παίζει και από τα παράθυρα να κρέμονται στην κυριολεξία όσοι γείτονες δεν χωρούσαν μέσα στο σπίτι. Ήταν η εποχή όπου το πατρικό μου μετατράπηκε σε ... κινηματογράφο. Μέχρι το χειμώνα, η τηλεόραση μπήκε στα περισσότερα σπίτια της γειτονιάς και έτσι τα παράθυρα κατάφεραν να κλείσουν με το πρώτο κρύο. 
     Από την Άνοιξη μέχρι το Φθινόπωρο οι περισσότερες ώρες περνούσαν πάνω στα δέντρα στις αυλές των σπιτιών. μασουλώντας συνέχεια φρούτα ανάλογα με την εποχή. Η αρχή γινόταν με τις δαμασκηνιές, οι οποίες κατάφερναν να δώσουν λίγα δαμάσκηνα μόνο αν γλίτωναν από την έφοδό μας από σπίτι σε σπίτι τα χαράματα της Μ. Παρασκευής, μετά το στόλισμα του Επιταφίου. Οι συκιές και οι μουριές ήταν το βάσανο των γονιών μου. Πολύ δύσκολα κατεβαίνα από αυτά τα δέντρα και πάντα με φωνές. Τις δε ροδιές τις τσάκιζα σε ώρες κοινής ησυχίας, πάντα δηλαδή τα μεσημέρια που όλη η γειτονιά κοιμόταν. Μου λείπουν πολύ όλα αυτά τα φρούτα. Είτε το πιστεύετε είτε όχι, δεν αγοράζω ποτέ δαμάσκηνα, σύκα, μούρα και ρόδια. Προτιμώ να τα "κλέβω" από τα λιγοστά δέντρα που απέμειναν στην άγνωστη πλέον γειτονιά και με την άδεια φυσικά τώρα όσων γειτόνων ζουν ακόμη.
      Όταν τα δέντρα έμεναν γυμνά από τους καρπούς τους, ο χρόνος κυλούσε με παιχνίδι. Πολλές οι αλάνες και το στρατόπεδο που βρισκόταν σε απόσταση αναπνοής, ήταν πάντα ανοικτό χωρίς συρματοπλέγματα έτσι υπήρχε άπλετος χώρος για μηλάκια, τσελίκι, τζαμί, κουτσό, κρυφτό, κουτόκρυφτο. Το ξέρετε το κουτόκρυφτο? Είναι εκείνο το κρυφτό που αντί να τα φυλάς σε κάποιο τοίχο μετρώντας, πετούσαν τα παιδιά ένα κουτί μακριά και μέχρι να το φέρει αυτός που τα φυλούσε, οι υπόλοιποι πήγαιναν να κρυφτούν. Και αντί να προσπαθούμε να "τα φτύσουμε" αν μας έβρισκε αυτός που καμούσε, προσπαθούσαμε είτε να πατήσουμε το κουτί είτε να το πετάξουμε και πάλι μακριά για να πάνε να κρυφτούν από την αρχή όλοι. Θεέ μου τι όμορφα χρόνια!!! 
     Και τα μεσημέρια, τις ώρες κοινής ησυχίας που κανένας δεν επέβαλλε μα όλοι την τηρούσαν με ευλάβεια, μια κουρελού στρωνόταν κάτω από ένα δέντρο σκιερό στην αυλή μας και μεις ήσυχα παίζαμε "κοκά" με πετραδάκια και με ανυπομονησία περιμέναμε να έρθει το απόγευμα για να περάσει ο παγωτατζής να πάρουμε ή το ξυλάκι παγωτό, ή το κυπελάκι. Αργότερα πολύ βγήκε και ο πύραυλος. Αυτές ήταν οι επιλογές που είχαμε! Λιγοστές μα το παγωτό ήταν τόσο νόστιμο!!!
         Αλλά και οι Χειμώνες είχαν το δικό τους ξεχωριστό χρώμα και άρωμα. Αφού διαδεχόταν τα πρωτοβρόχια του Φθινοπώρου, (ναι, τότε είχαμε πρωτοβρόχια), έπιαναν τα κρύα και το χιόνι δεν αργούσε να μας επισκεφθεί. Τα ίχνη μας τα αφήναμε σε όλες τις αλάνες και τα ακάλυπτα οικόπεδα και δύσκολα μας μάζευαν στο σπίτι. Πάντα με βήχα, κόκκινα από το κρύο χέρια, αυτιά και μύτη και το μανίκι από το παλτό συνέχεια λερωμένο από το σκούπισμα της μύτης. Τις δε γιορτές των Χριστουγέννων οργανώναμε ολόκληρο χάρτη από που θα ξεκινούσαμε και που θα τελειώναμε με τα κάλαντα γιατί τα σπίτια ήταν σπαρμένα σαν μανιτάρια. Είπαμε, ρυμοτομία δεν υπήρχε. Και στο τέλος κάθε παραμονής τα χρήματα που βγάζαμε τα καταθέταμε στο μικρό μπακάλικο της γειτονιάς για να εφοδιαστούμε τα δώρα που θα βάζαμε εμείς κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο για τους δικούς μας. Ο κυρ-Γιώργος ο μπακάλης, έτριβε τα χέρια του κάθε τέτοιες μέρες γιατί ότι σαβούρα υπήρχε στο μαγαζί του το φορτωνόμασταν εμείς για να κάνουμε έκπληξη στους γονείς. Αργότερα όταν άνοιξε κι άλλο ένα μπακάλικο στη γειτονιά, ο κυρ-Περικλάκιας όπως τον έλεγα, τα δωράκια που παίρναμε αναβαθμίστηκαν λίγο και νιώθαμε πολύ περήφανοι γι' αυτό.
     Όταν οι εποχές σιγά σιγά άλλαξαν και οι ανάγκες των οικογενειών επιτακτικά ζητούσαν κι άλλους εσωτερικούς χώρους, έπρεπε και τα σπίτια μας να αλλάξουν. Άρχισαν τότε να εμφανίζονται στις αυλές διάφοροι λοφίσκοι από άμμο για το κτίσιμο των επιπλέον δωματίων ή των νεόδμητων κτιρίων. Αυτοί οι λοφίσκοι από άμμο αποτελούσαν πόλο έλξης για όλη την "αλητοπαρέα", με τους μεγάλους πάντα να μας παίρνουν στο κυνήγι γιατί σκορπίζαμε την άμμο και οι εργάτες παιδευόντουσαν να την μαζέψουν. 
      Ένας τέτοιος λοφίσκος που συνεχώς τον μάζευαν και τον τροφοδοτούσαν οι εργάτες για πολύ καιρό, ήρθε και έκατσε και στη δική μας την αυλή και χάθηκε μόνον όταν η διώροφη οικοδομή αντικατέστησε τη μικρή βιλίτσα που με νοσταλγία πάντα θα θυμάμαι. Αυτή η διώροφη οικοδομή ήταν το πιο ψηλό σπίτι τότε της γειτονιάς και σήμερα χάνεται μέσα σε πολυώροφες οικοδομές που με τα χρόνια έκαναν τη γειτονιά μου μια άλλη γειτονιά, ξένη και άγνωστη σε ΄μένα.
       Θυμάμαι τη νοσταλγία που έπνιγε τους δικούς μου όταν μιλούσαν για τα παιδικά τους χρόνια και τις γειτονιές τους και έρχομαι τώρα κι εγώ στη θέση τους και τους καταλαβαίνω. Να είναι τάχα εκείνα τα χρόνια της αθωότητας που ξυπνούν αυτήν την νοσταλγία, ή το άρωμα της γειτονιάς που δεν θα υπάρξει πια στο μέλλον?

Υ.Γ. Στην πρώτη φωτογραφία, ο χώρος με τα δέντρα που διακρίνεται, είναι το ένα εκ των δύο στρατοπέδων της γειτονιάς και στο βάθος το όρος Παγγαίο. Στη δεύτερη πάλι φωτογραφία, το κοριτσάκι που τρέχει να κρυφτεί στο δάσος, θα μπορούσα να ήμουν κι εγώ. :)