Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

Η μελαγχολία του Σεπτέμβρη



     Πάντοτε η θλίψη του Φθινoπώρου έβγαζε στην επιφάνεια της ψυχής μου μια μελαγχολία. Και βάρυνε η διάθεση κάθε τέτοια εποχή απ' όταν μπορώ να έχω θύμισες από τον εαυτό μου. Έμπαινε στην εσωτερική μου ζυγαριά από την μια μεριά η αισιοδοξία και η χαρά, η ομορφιά της ζωής κι από την άλλη μεριά προσθέτονταν χρόνο το χρόνο κάποιο βαρίδιο μέχρι που άρχισε να γέρνει προς την μελαγχολία του Φθινοπώρου το καντάρι.
     Στα μικράτα μου, από νωρίς είχα εντοπίσει από που πήγαζε η θλίψη αυτή. Πηγή της λοιπόν ήταν τα σχολεία. Άνοιγαν κι εγώ θα έπρεπε να μαντρωθώ και πάλι για μήνες ολόκληρους μέσα στην τάξη. Αντί να παίζω με τα χρώματα και με τα χώματα, αντί να σκαρφαλώνω σε δέντρα και σε βράχους θα έπρεπε να κάθομαι υπομονετικά σ' ένα θρανίο και να ακούω ώρες ατέλειωτες δασκάλους ή καθηγητές, άλλοτε πολύ συμπαθείς κι αγαπημένους μέχρι και σήμερα, κι άλλοτε βαρετούς και εκνευριστικούς που εστίαζαν μόνον στην ύλη που έπρεπε να βγάλουν μέχρι το τέλος της χρονιάς και όχι στο αν καταφέρναμε να αφομοιώσουμε, να εμπεδώσουμε τη γνώση. Χωρίς να ρωτούν ποτέ τι πραγματικά είχε κάθε παιδί ανάγκη για να μάθει. Χωρίς να ρωτούν ποτέ αν συμφωνούσαμε κι εμείς με τον εγκλεισμό μας μέσα σε μία σχολική αίθουσα που ναι μεν διέθετε έναν ολόκληρη τοίχο με παράθυρα αλλά ωστόσο ποτέ δεν σου επέτρεπαν να βλέπεις προς τα έξω.  Κι  έφευγαν τότε τα χελιδόνια χωρίς να τα αποχαιρετώ, κι έχανα τότε τόσο όμορφα χρώματα στη γη και τόσο όμορφες ζωγραφιές στον ουρανό από τα σύννεφα που συνεχώς άλλαζαν θέση και σχήμα. Κι έφευγαν και οι μέρες που μπορούσα να παίξω το αγαπημένο μου παιχνίδι με τα φύλλα. Εκείνο που όσο ήταν ξερά, με το που πέφτανε από το δέντρο, τα μάζευα και τα έκανα ένα λοφάκι κι ύστερα άρχιζα να χορεύω επάνω τους ένα χορό ξέφρενο με μουσική τον θόρυβο που έκαναν, κι όσο τα ένιωθα κάτω από τα πόδια μου να θρυψαλιάζουν τόσο πιο ξέφρενος γινόταν ο χορός μου. Σπάνια απολάμβανα το αγαπημένο αυτό παιχνίδι μετά τα μέσα του Σεπτέμβρη γιατί άνοιγαν τα σχολεία και οι ώρες για παιχνίδι ήταν ελάχιστες. Ένα ψιλόβροχο ήταν αρκετό για να τα μαλακώσει σύντομα και έτσι έχανα το ενδιαφέρον μου για εκείνα. Ύστερα δεν αργούσαν πια να γίνουν ένα με το χώμα, χανόντουσαν για πάντα... Θεέ μου πόσα πράγματα έχανα σαν παιδί κάθε Φθινόπωρο!!! Κι αυτό για να είμαι κάθε μέρα, πλην Κυριακής, μπροστά σε έναν μαυροπίνακα με άσπρες κιμωλίες ενώ υπήρχαν τόσα χρώματα μια ανάσα έξω από την τάξη... Κανένας τους ποτέ δεν σκέφτηκε πόση περισσότερη δύναμη θα είχε κάθε μάθημα αν βγαίναμε να το κάναμε έξω στη φύση όσο ο καιρός το επέτρεπε γιατί όλες οι αισθήσεις μας θα ήτανε σε υπερδιέγερση δεν θα κοιμόνταν. Λες και μας μάντρωναν για να μην δούμε μήπως και ζηλέψουμε, όλα αυτά τα πολύχρωμα τα πανωφόρια που φόραγαν κάθε τέτοια εποχή τα βουνά γύρω απ' την πόλη. Κι έπρεπε να νιώθεις ενοχές κι ενίοτε να δέχεσαι δίχως αντίδραση την όποια τιμωρία κάθε που η ματιά σου έπαιρνε αγκαζέ το νου κι έφευγαν απ' το παράθυρο για να συναντήσουν έστω και ξεθωριασμένο απ' την απόσταση όλο αυτό το μεγαλείο.
     Στα χρόνια που ακολούθησαν η θλίψη του Σεπτέμβρη φαινόταν πως μεγάλωνε. Αιτία ήταν κι άλλα πράγματα που έχανα δίχως να θέλω. Όπως ας πούμε όλες αυτές οι ανατολές που αργούσαν πλέον να φανούν κι όταν ξεπρόβαλε ο ήλιος εγώ δεν είχα χρόνο για να τον καλημερίσω. Κι εκείνα τα υπέροχα τα ηλιοβασιλέματα που συνωμοτούσαν με τα σύννεφα για να ξεκλέψουν την σκιά απ' τα βουνά τριγύρω και να την αποθέσουν ψηλά στον ουρανό. Κι εκείνα τα έχανα πλέον. Βλέπεις οι ώρες της ξεκούρασης και της χαλάρωσής μου τότε, ερχόταν πάντοτε αφού επέστρεφε στο σπίτι του ο ήλιος.
     Περνούσανε τα χρόνια, μα αυτή η Φθινοπωρινή μελαγχολία δεν έλεγε μαζί τους να περάσει. Τώρα μπορεί σχολείο να μην πήγαινα μα άλλα παιδιά ερχόντουσαν τη θέση μου να πάρουν και στεναχωριόμουν για όσα ήταν ίσως σαν εμένα. Πολύχρωμα μπαρμπαλεκάκια με τα σακίδιά τους πλημμύριζαν τους δρόμους. Χρωμάτιζε σκεφτόμουνα τουλάχιστον η παρουσία και τα ρούχα τους την τάξη. Ποιος ξέρει? Ίσως και να περίσσεψαν τα παιδιά που αφήνουν μια κλεφτή ματιά να δραπετεύσει έξω από το τζάμι. Οι δε ανατολές και τα ηλιοβασιλέματα ήξερα πως ακόμη ήταν εκεί να ζωγραφίζουν με το άλικο το χρώμα τον σχεδόν πάντα συννεφιασμένο τέτοια εποχή ουρανό μου. Και λυπόμουν που ο χρόνος μου δεν ήταν αρκετός για να τα απολαύσω όπως το Καλοκαίρι.
    Κι όπως συνέχιζαν τα χρόνια και περνούσαν, ήρθε να προστεθεί κάτι ακόμη μαζί μ' αυτήν την θλίψη του Σεπτέμβρη μέσα στη σκέψη μου. Ήταν η συνειδητοποίηση της ανεμελιάς και της ομορφιάς εκείνης του Καλοκαιριού που οδεύει προς το τέλος. Ήταν που άλλαζαν χρώμα και όψη όλα τα καταπράσινα εκείνα φύλλα που την πολυπόθητη σκιά τους απλόχερα χάριζαν πριν ένα μήνα και θρόϊζαν γλυκό τραγούδι με  κάθε ανεπαίσθητο αεράκι δείχνοντας έτσι τη ζωντάνια που είχαν. Κιτρίνιζαν και λίγο πριν αφήσουνε το βάρος τους να ακουμπήσει πάνω στο υγρό απ' τη βροχή χώμα, σαν ύστατο χαιρετισμό προς τη ζωή, πέφταν θαρρείς με χορευτικές κινήσεις, γυρεύοντας με ικεσία, μια τελευταία ματιά από έναν "φευγάτο" σαν εμένα θεατή. Κι ύστερα αφήνονταν στην διαδικασία της αποσύνθεσης κι αυτά κλείνοντας έτσι το δικό τους κύκλο. Ήταν ακόμη το αεράκι εκείνο που πλέον δεν χάιδευε ευχάριστα τους ώμους σου. Αντίθετα τσιμπούσε το κορμί δίχως να νοιάζεται αν σε πονάει ή όχι.
     Και αισίως έφτασα στο σήμερα και σε άλλες σκέψεις που την μελαγχολία μου αυτήν του Φθινοπώρου επιμηκύνουν. Κι έχουν να κάνουν αυτές οι σκέψεις μου με κάθε άστεγο που σε λίγους μήνες το κρύο θα τον μαστιγώνει. Με κάθε αδέσποτο που δαρμένο απ' τους ανθρώπους κι απ' το κρύο θα ψάχνει μια γωνιά για να κουρνιάσει και κάτι για να φάει. Με κάθε οικογένεια που μακριά απ' την ζωή που έχτιζε βρέθηκε δίπλα μου να βολοδέρνει και να προσπαθεί από κάπου να πιαστεί για να ξεκινήσει απ' την αρχή να χτίζει. Με κάθε παιδί που δεν έχει έναν γονιό για να το "αναγκάσει (αγκαλιάσει)" να ξεκινήσει ένα σχολείο ...
     
Πάντοτε η θλίψη του Φθινοπώρου με μελαγχολούσε και με βάρυνε.



Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Σασά Γκιτρύ




      ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ στις 28 Απριλίου 1882 σ’ ένα μικρό ωραίο χωριό του Καλβαντός, στο Τορτιζαμπέρ. Όταν φεύγοντας απ’ το Λιβαρό πηγαίνουμε προς το Τροάρν, βλέπουμε το κωδωνοστάσιο της εκκλησίας του προς τα αριστερά μας.


      Οι γονείς μου ήταν έμποροι αποικιακών προϊόντων, έκαναν δηλαδή μια δουλειά πού τούς άφηνε γύρω στις 5000 φράγκα κέρδος το χρόνο. Ή οικογένεια μας ήταν πολυάριθμη. ’Από τον πρώτο της γάμο ή μητέρα μου είχε δυο παιδιά, ενώ με τον πατέρα μου είχε αποκτήσει ένα γιό και τέσσερα κορίτσια. Ό πατέρας μου είχε τη μητέρα του,' ή μητέρα μου είχε τον πατέρα της και επί πλέον έμενε μαζί μας ένας θείος κωφάλαλος.

      Και όμως μέσα σε μια μέρα, χάρις σ’ ένα πιάτο μανιτάρια έμεινα μόνος στον κόσμο.

    ’Εκείνη την ημέρα είχα κλέψει ένα πενηνταράκι από το συρτάρι πού συνήθιζαν οι δικοί μου να βάζουν τα ψιλά, για να αγοράσω βόλους. Ό πατέρας μου κόκκινος από το θυμό του μου φώναξε :

  —Επειδή έκλεψες, δε θα φας σήμερα μανιτάρια.
      "Αχ αυτά τα Θανατηφόρα μανιτάρια, πού τα είχε μαζέψει ο κωφάλαλος Θείος μου. ’Εκείνο το βράδυ υπήρχαν στο σπίτι μου έντεκα νεκροί.
      Όποιος δεν έχει ίδει έντεκα πτώματα ταυτοχρόνως, δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει αυτό το θέαμα.
        Να μιλήσω για τη λύπη πού ένιωσα;
     Ας πούμε καλλίτερα την αλήθεια. ’Ήμουν τότε μόνο δώδεκα χρόνων και δεν πήρα το πράγμα πολύ βαριά. "Άλλωστε μπορεί να κλάψει κανείς για τον πατέρα του ή για τον αδελφό του, αλλά πώς να μπορέσει να κλάψει για , έντεκα πρόσωπα. Δεν ξέρει για πιο πρόσωπο να πονέσει. Υπάρχει ένα είδος αμηχανίας εκλογής. Ό πόνος μου πηγαίνοντας πότε προς το ένα πρόσωπο και πότε προς το άλλο εξατμιζότανε τελικά.
     Ό γιατρός Λαβινιό, πού τον φώναξα τ’ απόγευμα, προσέφερε επί ώρες και ώρες τις πολύτιμες υπηρεσίες του στους αρρώστους. Πολύτιμες μα αλλοίμονο και άχρηστες. Ή οικογένεια μου χάθηκε μια για πάντα.
       Ό εφημέριος Μ... πού γευμάτιζε εκείνη την ημέρα στο Μαρκήσιο ντε Μποβουάρ, έφτασε με την μοτοσυκλέτα του στις 4 το απόγευμα. Στις 5 όλο το χωριό είχε μαζευτεί στο σπίτι μας. Ό μπάρμπα-Ρουσώ, πού ήταν παράλυτος εδώ και είκοσι χρόνια, ήρθε πάνω στην πολυθρόνα του. "Αν και ήταν τυφλός επαναλάμβανε σπρώχνοντας τούς άλλους.
   —Αφήστε με να δώ ! ’Αφήστε με να δώ !
         Οι γείτονες πότε με έστελναν στο ένα δωμάτιο και πότε στο άλλο. Μη ξέροντας πια που να κρυφτώ, πήγα και χώθηκα φοβισμένος κάτω από ένα πάγκο του καταστήματος. Από κει άκουγα ποικίλα σχόλια των συγχωριανών μου.
      Οι πρώτοι θάνατοι, όπως άλλωστε ήταν και φυσικό, δημιούργησαν μία απέραντη λύπη. Άλλα από τον τέταρτο θάνατο οι αναγγελίες τους άρχισαν να γίνονται με λίγα λόγια και αργότερα με τη λακωνική φράση:
       «Ακόμα ένας» !
    Και όλοι αυτοί οι κατάκοποι και καρτερικοί χωρικοί ξανάπαιρναν ζωή βλέποντας τόσους νεκρούς. Θα πίστευαν αναμφίβολα πώς από δώ και μπρος θα είχαν πολύ περισσότερο αέρα να αναπνέουν.
    Από την κρύπτη μου άκουγα τούς πιο καταπληκτικούς διαλόγους.
   — Και ή γιαγιά ;
   —Δεν πέθανε ακόμα. Δεν αντέχει όμως περισσότερο από είκοσι λεπτά.
   —Μένουν πολλοί ακόμα ;
   —Περισσότεροι από τέσσερις.
           Ό δολοφόνος θείος μου, ό κωφάλαλος, πέθανε τελευταίος μέσα σε τρομερούς πόνους
   —Ποιος είναι αυτός πού φωνάζει τόσο δυνατά ;
   —Είναι ο μουγγός, απαντούσαν.
         Όταν κατά τις επτά ή ώρα είχαν πεθάνει όλοι, βγήκα από την κρύπτη μου και βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο με το γιατρό, πού κατακουρασμένος σκούπιζε το πρόσωπό του.
        Μόλις με είδε με κοίταξε προσεκτικά, με αναγνώρισε και σα να μη πίστευε στα μάτια του μου είπε.
   —Έ! Καλά... και συ ;
         Και υπήρχε στη φωνή του μια απέραντη έκπληξη μαζί μ ένα τόνο μομφής.
      Ύστερα πρόσθεσε '·
   —Τί κάνεις εσύ εκεί ;
        Και αυτό το «τί κάνεις εσύ εκεί ;» δεν σήμαινε «τί κάνεις εσύ κάτω απ’ τον πάγκο», όχι, σήμαινε «τί κάνεις εσύ πάνω στη γη ;» Πραγματικά με ποιό δικαίωμα δεν είχα πεθάνει όπως όλος ό κόσμος ;
   —Δεν αισθάνεσαι άσχημα ;
   —Όχι, καθόλου.
   —Μα πως γίνεται αυτό ;
       Και με κοίταζε σα να ήμουνα ένα περίεργο φαινόμενο ή μάλλον ένας διάβολος. Αυτό το αγόρι των δώδεκα χρόνων, πού έφαγε ατιμώρητα δηλητηριώδη μανιτάρια, πού μόνο αυτό ζούσε από όλους τούς δικούς του, αποκτούσε ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον. Τί πεδίο επιστημονικών παρατηρήσεων ! Και όπως μου φαινότανε πώς με παρατηρούσε, μέσα στα σπλάχνα μου, ομολόγησα την αλήθεια.
   —Δεν έφαγα μανιτάρια.
   —Γιατί;
         Κι αυτό το «γιατί» πού τόπε πολύ γρήγορα, ήταν απίθανο κι ορκίζομαι πώς είχε ένα τόνο επιτιμητικό.
           Και όπως επαναλάμβανε: «Γιατί; Γιατί ;» προτίμησα να τα ομολογήσω όλα. ’Αφηγήθηκα το έγκλημά μου και ανέφερα το είδος της τιμωρίας μου.
          Ή ιστορία γρήγορα διαδόθηκε στο χωριό και σάς αφήνω να μαντεύσετε τί είδους σχόλια δημιούργησε.
       Την ημέρα της κηδείας ακλουθώντας αυτά τα έντεκα φέρετρα, με το κεφάλι χάμω και τα μάτια ξερά, διερωτόμουνα εάν το γεγονός ότι είχα σωθεί ως εκ θαύματος, δεν με έκανε κάπως υπεύθυνο για όλους αυτούς τούς θανάτους, την ώρα μάλιστα πού άκουγα πίσω από την πλάτη μου να μουρμουρίζουν.
   —Ξέρετε γιατί ό μικρός δεν πέθανε Γιατί έκλεψε.
          Ναι, ζούσα γιατί είχα κλέψει. Από αυτό έβγαινε το συμπέρασμα ότι οι άλλοι είχαν πεθάνει γιατί ήταν τίμιοι... Και κείνο το βράδυ, την ώρα πού είχα πέσει στο κρεβάτι μου μόνος μέσα σ’ ένα έρημο σπίτι, απέκτησα για τη δικαιοσύνη και για την κλεψιά μια γνώμη, πού ίσως είναι παράδοξη, αλλά πού σαράντα χρόνια ζωής δεν στάθηκαν ικανά να μου την αλλάξουν.

πηγή : Αντικλείδι , http://antikleidi.com/



Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Να σας πω μια ιστορία? (Family stories)



       Θέλω να σας διηγηθώ μια ιστορία.
     Τη δουλειά μου τη λάτρευα! Αν μου δινόταν η ευκαιρία να αρχίσω από το μηδέν την επαγγελματική μου καριέρα και πάλι αυτήν θα διάλεγα κι ας ανήκε στον ιδιωτικό τομέα. Μη σας πω ότι αυτό για ΄μένα ήταν μια πρόκληση και ένα από τα πολλά θετικά και υπέροχα που είχε. Όσοι βρίσκονται στη λίστα των λίγων και εκλεκτών, με ακούν πολύ συχνά να αναφέρομαι με αγάπη και νοσταλγία γι’ αυτήν. 
    Ωστόσο, όσο και αν την αγάπησα αυτήν την εργασία, υπήρξαν στιγμές μελανές που κλειδώθηκαν μέσα στη μνήμη. 
    Όπως εκείνα τα βλέμματα τριών ανθρώπων την άνοιξη του 1999. Το βλέμμα σε απόγνωση ενός πατέρα, το αθώο και ανέμελο βλέμμα ενός μπόμπιρα (θα ΄ταν δε θα ΄ταν 6-7 χρονώ) και το σκληρό και απάνθρωπο βλέμμα ενός Άξεστου Χωριάτη. Και συγχωρήστε με για την έκφρασή μου αυτήν αλλά δεν αναφέρομαι ούτε σε χωρικό ούτε σε αγρότη όταν αποκαλώ τον συγκεκριμένο Άξεστο "Χωριάτη".
     Όταν πέρασαν την πόρτα του γραφείου οι τρεις τους, συνοδευόμενοι από έναν τακτικό πελάτη και φίλο του εργοδότη μου, ήρθαν κατ’ ευθείαν σε ΄μένα «για να μην χρονοτριβούμε», όπως είπε χαριτολογώντας ο πελάτης μας. Τίποτα σπουδαίο. Μια πράξη υιοθεσίας ήθελαν. Κόμπος δέθηκε το στομάχι μου όταν γύρισα και είδα από την μια μεριά τα πρησμένα από το κλάμα μάτια του πατέρα και από την άλλη μεριά το άδειο βλέμμα του … (ε πώς να τον ονομάσω τώρα? Δεν μου έρχεται άλλος χαρακτηρισμός. Συγνώμη). Ναι. Το άδειο βλέμμα του Άξεστου Χωριάτη (όχι χωρικού, ούτε αγρότη!). Ο μπόμπιρας ξεγελάστηκε με ένα φακελάκι γαριδάκια για να μην ενοχλεί και να μην ενοχλείται. Κάθισε ήσυχα σε μια γωνιά και απολάμβανε με μεγάλη ευχαρίστηση και βουλιμία τη λιχουδιά του. 
"Πράξη υιοθεσίας Ζωή", μου είπε ο διερμηνέας-πελάτης μας. "Κύριε Τάδε", απάντησα, "εγώ να την συντάξω αν έχετε τα απαιτούμενα έγγραφα που χρειάζομαι", και τα απαρίθμησα, "μα τον πατέρα δεν τον βλέπω να είναι έτοιμος να την υπογράψει".
     Το βλέμμα του πατέρα Θεέ μου! Κοιτούσε μια εμένα που μίλησα και μια τον διερμηνέα ικετεύοντας. Χωρίς να ξέρει ποιον και γιατί. Ο άλλος, απαθέστατος, άραξε τα ουκ ολίγα κιλά του στην αναπαυτική πολυθρόνα, σταύρωσε τα χέρια του και περιπλάνησε το άδειο του βλέμμα στο γραφείο. Αμέτοχος και παγερός λες και ήταν πελάτης για διαφορετική υπόθεση.
      Ο διερμηνέας εξήγησε στον πατέρα τι ακριβώς χρειαζόμουν και του διαβίβασε και το αυθαίρετο συμπέρασμα που έβγαλα. Ο πατέρας γύρισε σε ΄μένα, με δάκρυα που δεν κατάφερε να κρατήσει, κούνησε το δάχτυλό του αρνητικά και μου μίλησε με πνιγμένη φωνή. Ακόμη κι αν ήξερα τη γλώσσα, δεν θα μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς έλεγε. Κι έλεγε, έλεγε, έλεγε ο δόλιος κι έκλαιγε. Έκλαιγε …
      Ο διερμηνέας τον σταμάτησε διακριτικά, γύρισε σε μένα και μου είπε πως ο άνθρωπος αυτός έχασε τη γυναίκα του, τους γονείς, τα αδέλφια και τα πεθερικά του στους βομβαρδισμούς στο Βελιγράδι. Θυμόσαστε υποθέτω. Μόνον το παιδί του του απέμεινε και ήρθε στην Ελλάδα να το αφήσει στην ξαδέλφη της γυναίκας του, η οποία βρήκε στέγη και φαγητό δίπλα στον ... άντε, μόνο Άξεστο τύπο θα τον ονομάσω αν και μου φαίνεται λίγο λειψό. Φυσικά της παρείχε στέγη και φαγητό όχι γιατί ήταν φιλάνθρωπος. Όλα δούναι και λαβείν είναι για ορισμένους. Όλα δούναι και λαβείν. Για ορισμένους. Και επειδή αυτός ο τύπος όλα τα μετρούσε με χρήμα και κέρδος, είπε της γυναίκας πως μπορούσε να κρατήσει τον μικρό στο σπίτι του μόνον αν υπέγραφε ο πατέρας πράξη υιοθεσίας. Βλέπετε χρειαζόταν χέρια για τα χωράφια του και ο μικρός σε βάθος χρόνου θα ήταν πολύ καλή επένδυση, δεδομένου πως ένα πιάτο φαγητό και ένα κρεβάτι αν μη τι άλλο δεν θα του κόστιζαν και πολύ. Από την άλλη πάλι πλευρά, ο δόλιος ο πατέρας κλαίγοντας έλεγε πως θα υπογράψει ό,τι θέλουμε! Ό,τι θέλουμε, αρκεί να κρατήσει τον μικρό μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος και μέχρι να επιστρέψει να τον πάρει πίσω. Ο τύπος όμως ήταν ανένδοτος. Είπε μία φορά και όχι δεύτερη, πως μόνο με υιοθεσία θα κρατούσε το παιδί (για πάντα δηλαδή). Διαφορετικά ας έπαιρνε ο πατέρας τον μικρό κι ας πήγαινε εκεί απ’ όπου ήρθε. 
    Εγώ δήλωσα σε όλους ότι αρνούμαι να συντάξω αυτήν την πράξη, ο εργοδότης μου έμεινε παγωμένος να κοιτά αυτά που εκτυλίσσονταν στο γραφείο του, η συνάδελφος ανίκανη να πάρει θέση μιας και μόλις που έκλεισε χρόνο στη δουλειά και ακόμη ήταν στο στάδιο προσαρμογής της (το αντικείμενο ήταν πρωτόγνωρο γι' αυτήν), και τέλος ο διερμηνέας προσπαθούσε να παίξει πλέον το ρόλο του διαιτητή. 
     Όταν πια και τα δικά μου δάκρυα έγιναν λυγμοί με όλα όσα άκουγα και έβλεπα, έφυγα από το γραφείο γιατί πραγματικά ένιωσα να πνίγομαι. Χρειαζόμουν καθαρό αέρα! Μετά από ώρα, και αφού συνήλθα, ξαναγύρισα σίγουρη πως θα είχαν φύγει όλοι από το γραφείο, προετοιμάζοντας τον εαυτό μου για τις όποιες συνέπειες θα είχε η απρόσμενη και αχαρακτήριστη αυτή συμπεριφορά μου.
      Ήταν όντως άδειο το γραφείο. Μόνον η συνάδελφος και ο εργοδότης σκυθρωποί και με σκυμμένο το κεφάλι εργαζόντουσαν. Πήγα κατ’ ευθείαν στο βιβλίο συμβαλλομένων να δω αν τελικά καταχωρήθηκε η πράξη υιοθεσίας, μιας και η συνάδελφος με υπαγόρευση του εργοδότη μου θα μπορούσε να την γράψει, και κατόπιν να υπογραφεί από τους συμβαλλομένους. Ο εργοδότης μου κατάλαβε αμέσως για ποιον λόγο άνοιξα το βιβλίο και μου είπε πως δεν συνέταξαν την πράξη υιοθεσίας και πως τους «έδιωξε». 
     Άνθρωπος με αξίες όπως ήταν ο εργοδότης μου, δεν τους επέτρεψε κάτω από τέτοια συναισθηματική φόρτιση να υπογράψουν οτιδήποτε! Μόνο περηφάνια και ευγνωμοσύνη νιώθω που τόσα χρόνια ήμουν δίπλα του! Αν υπάρχουν τέτοια "αφεντικά" σήμερα, σίγουρα θα είναι ελάχιστα. 
     Πέρασαν χρόνια πολλά από εκείνο το σκηνικό, συνταξιοδοτήθηκε ο εργοδότης μου, άλλαξα δουλειές νοσταλγώντας πάντα εκείνη την αψεγάδιαστη και ζηλευτή συνεργασία που είχαμε στο γραφείο το οποίο δεν υπάρχει πλέον, μα στο μυαλό μου έμεινε ολοζώντανη η εικόνα αυτών των ανθρώπων και του μπόμπιρα που έτρωγε ατάραχος τα γαριδάκια του. 
    Επειδή όμως δεν θα αναφερόμουν σε μια ιστορία δίχως αίσιο τέλος, θα σας πω και πως κατέληξε η υπόθεση αυτή για να φύγει η πικρή γεύση που τυχόν σας άφησα. Πριν ένα χρόνο περίπου, τυχαία είδα στο δρόμο τον διερμηνέα-πελάτη μας. Από τότε είχα να τον δω. Τον σταμάτησα λοιπόν και τον ρώτησα αν θυμόταν την ιστορία αυτή και αν ήξερε να μου πει τι απέγινε το παιδί και ο έρμος ο πατέρας. Το πήρε το παιδί του ο πατέρας μου είπε και έφυγε. Πήγε στη Γαλλία. Εκεί είχε έναν άλλο συγγενή ο οποίος δέχθηκε να κράτησει τον μικρό μέχρι να αλλάξει το τοπίο στη χώρα τους. Ο ίδιος το άφησε χωρίς υπογραφές σε έγγραφα και με ελαφρωμένη καρδιά και έφυγε ήσυχος γιατί έπρεπε να γυρίσει πίσω. Γύρισε λοιπόν πίσω, επέζησε από τον χαμό και όταν οι συνθήκες ήταν κατάλληλες επέστρεψε στη Γαλλία και πήρε πίσω το παιδί του. 
     Ναι!!! Και δεν ήταν μια φανταστική ιστορία μου αυτή, ούτε και ένα παραμύθι για μεγάλους. Ήταν ένα βίωμά μου από την δουλειά μου που λάτρευα...

Υ.Γ. Αυτή ήταν η συμμετοχή μου στο δρώμενο της Αριστέας http://princess-airis.blogspot.gr/2016/09/family-stories.html  την οποία για μια ακόμη φορά θα ευχαριστήσω που μου έδωσε την ευκαιρία να μοιραστώ μαζί σας μια εμπειρία τόσο Ανθρώπινη από τον εργασιακό μου χώρο.



Σημ.1 Το προηγούμενο βράδυ πριν το επεισόδιο που συνέβη στο γραφείο, βουλιαγμένη στον καναπέ του σπιτιού μου, τσιμπολογώντας τα καλούδια μου και μέσα στην οικογενειακή ασφάλειά μου και θαλπωρή, παρακολουθούσα στις ειδήσεις εικόνες από τα βομβαρδισμένα σπίτια του Βελιγραδίου και σκεφτόμουν «τους καημένους τους ανθρώπους τι περνάνε...». 
Τότε είχα ακόμη τηλεόραση...

Σημ.2 Η γνωστή σε όλους φωτογραφία που συνοδεύει το κειμενάκι μου, όταν πρωτοεμφανίσθηκε στο διαδίκτυο, "στόλισε" πολλούς τείχους στο fb με σχόλια που άλλα έβγαζαν πίκρα, άλλα οίκτο και άλλα θυμό.  Όταν την πρωτοείδα εγώ ένιωσα μια φοβερή ανακούφιση. Σκέφτηκα : "Εντάξει παιδάκι. Κομίσου ήσυχο. Έχεις ό,τι ακριβώς χρειάζεσαι να έχεις. Την λυτρωτική και προστατευτική αγκαλιά του. Ησύχασε τώρα. Πάει, πέρασε!!!"

Σημ.3 Συνήθως, οι φίλοι που έχουνε blog αναρτούν κείμενα, φωτογραφίες ή διηγήματα από το blog στο fb. Κόντρα στο ρέμα κι εδώ. Μεταφέρω πολύ συχνά αναρτήσεις μου από το προφίλ του fb στο εδώ προφίλ μου. Την ιστορία που διαβάσατε την ανάρτησα τον Οκτώβριο του 2015 στο fb όταν ξεκίνησαν να διχάζονται οι απόψεις για όσα διαδραματίζονταν στο Αιγαίο.