Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Είναι και κάποιες στιγμές μικρές κι ασήμαντες που μένουν.


   Είναι στιγμές που θα ΄θελα να είχα γεννηθεί στην εποχή της γιαγιάς κι εκεί να ζήσω. Και είναι πολλές ετούτες οι δόλιες οι στιγμές. Παλιότερα, έπιασα και τον εαυτό μου να προσεύχεται γι' αυτό. Μέχρι που τελικά κατάλαβα πως είναι ουτοπία. 
   Είναι όμως κι άλλες οι στιγμές...
Εκείνες, οι σπάνιες και ιδιαίτερες, τις οποίες με τίποτα δεν θα τις άλλαζες παρ' όλα τα μείον και τ' αρνητικά που απ' την αρχή τις χρέωνες. Εκείνες που την ύστατη στιγμή, η ζυγαριά του όχι και του ναι, δίχως πολύ ενέργεια η σκέψη να ξοδέψει, και δίχως την αιτία να την πολυσκεφτείς, γέρνει λιγάκι προς το ναι. Και κάπως έτσι, προτού καλά καλά το καταλάβεις, βρίσκεσαι κάπου να ζεις μικρές κι ασήμαντες στιγμές πρόωρα και πριν την φυσιολογική τη χρονική στιγμή τους. Στιγμές που δεν περνούσαν καν απ' το μυαλό σου πως θα τις περνούσες.
   Φτάνεις εκεί σ' εκείνο το κάπου με βαριά τα βήματά σου και ξαφνικά κάτι σε παίρνει από το χέρι και σε τραβάει ψηλά! Σ' απογειώνει! Κι αφήνεσαι για λίγο γιατί εκτός από την ασώματη υπόσταση, είσαι φτιαγμένος κι από ύλη.
   Σηκώνεις τότε το ποτήρι με το κόκκινο κρασί, και βγάζεις μια βουβή στους γύρω σου κραυγή μα ωστόσο δυνατή και εκκωφαντική για τον αθέατο τον εσωτερικό σου κόσμο. Κάνεις μια πρόποση και την επαναλαμβάνεις έως ότου καταλάβεις κι εμπεδώσεις αυτό για το οποίο σήκωσες το ποτήρι σου πρόποση να κάνεις.
"Στην υγειά της υλικής υπόστασης και στην υγειά της άυλης ψυχής που συνυπάρχουνε αρμονικά (?) στο εγώ".
Καλή Πρωτομαγιά!
Ίσως να βιάστηκε για φέτος και να ήρθε μια μέρα πριν.
Μα, σε μια άκρη του μυαλού, σ' εκείνη την άκρη που ακόμη τα κλειδιά της στα χέρια μου κρατώ, εκεί σκοπεύω να την αφήσω να κουρνιάσει και να μείνει.
Καλή Πρωτομαγιά λοιπόν!
Για σήμερα, για αύριο και για πάντα...


Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Μια αγκαλιά τυχαία κι αξέχαστη.


   Κάθισε δίπλα μου και προσπαθούσε κάπου να στηρίξει τα δεκανίκια της. Και όσο εκείνη προσπαθούσε, δυο χέρια παιδικά από πίσω της την αγκάλιασαν και την έσφιξαν με όση δύναμη μπορούσαν να αντλήσουν απ’ την αγάπη. Άφησε τα δεκανίκια να πέσουν άταχτα και έσφιξε κι εκείνη, με όση δύναμη είχε, τα παιδικά χεράκια που ήταν τυλιγμένα γύρω από το λαιμό της.
Ζήλεψα...
Και τους το είπα.
Μου θύμισε μια αγκαλιά που αυτές τις ημέρες την στερήθηκα.
Το είπα και αυτό κι ας μην τους γνώριζα τους δυο τους.


   Γιαγιά και εγγονός γελάσανε κι αγκαλιάστηκαν ακόμη πιο σφιχτά. Λες και συνωμοτούσαν μυστικά για να με κάνουν να ζηλέψω ακόμη περισσότερο.
   Μη ζηλεύεις, μου είπε το παιδί. Αν θέλεις κι εσύ μια αγκαλιά, μπορώ εγώ να σου την κάνω. 
   Σηκώθηκα όλο λαχτάρα και άπλωσα τα χέρια μου. Χώθηκε μες την αγκαλιά μου και συναγωνισθήκαμε για λίγα λεπτά ποιος απ’ τους δυο μπορούσε να σφίξει πιο πολύ τον άλλον. Κι όταν χορτάσαμε το άγγιγμα της περισσής αυτής παράξενης και διάχυτης αγάπης, δειλά δειλά απομακρυνθήκαμε και πήραμε ξανά τις αρχικές μας θέσεις.
   Έκπληκτη η γιαγιά μου είπε : «Για δύο ολόκληρα χρόνια έκανα μεγάλο αγώνα. Πέρασα δυο χρόνια αγωνίας και με την προσευχή και την βαθιά μου πίστη κατάφερα να τον κάνω να με αφήσει να τον αγγίξω. Να τον χαϊδέψω! Είναι ένα χαρισματικό αυτιστικό παιδί που δεν επιτρέπει σε κανέναν, όχι μονάχα να τον αγκαλιάσει όπως έκανες μόλις τώρα εσύ, αλλά ούτε καν να τον αγγίξουν επιτρέπει!
   Εκεί, σ’ εκείνο το παραμυθένιο ξωκλήσι όπου τυχαία φέτος βρέθηκα, λίγο πριν την Ανάσταση, πήρα κι έδωσα, την πιο ζεστή ιδιαίτερη αγκαλιά της ζωής μου.

Σ’ άγνωστο μέρος, με έναν άγνωστο άγγελο!  

Χριστός Ανέστη!!!