Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Μια αγκαλιά τυχαία κι αξέχαστη.


   Κάθισε δίπλα μου και προσπαθούσε κάπου να στηρίξει τα δεκανίκια της. Και όσο εκείνη προσπαθούσε, δυο χέρια παιδικά από πίσω της την αγκάλιασαν και την έσφιξαν με όση δύναμη μπορούσαν να αντλήσουν απ’ την αγάπη. Άφησε τα δεκανίκια να πέσουν άταχτα και έσφιξε κι εκείνη, με όση δύναμη είχε, τα παιδικά χεράκια που ήταν τυλιγμένα γύρω από το λαιμό της.
Ζήλεψα...
Και τους το είπα.
Μου θύμισε μια αγκαλιά που αυτές τις ημέρες την στερήθηκα.
Το είπα και αυτό κι ας μην τους γνώριζα τους δυο τους.


   Γιαγιά και εγγονός γελάσανε κι αγκαλιάστηκαν ακόμη πιο σφιχτά. Λες και συνωμοτούσαν μυστικά για να με κάνουν να ζηλέψω ακόμη περισσότερο.
   Μη ζηλεύεις, μου είπε το παιδί. Αν θέλεις κι εσύ μια αγκαλιά, μπορώ εγώ να σου την κάνω. 
   Σηκώθηκα όλο λαχτάρα και άπλωσα τα χέρια μου. Χώθηκε μες την αγκαλιά μου και συναγωνισθήκαμε για λίγα λεπτά ποιος απ’ τους δυο μπορούσε να σφίξει πιο πολύ τον άλλον. Κι όταν χορτάσαμε το άγγιγμα της περισσής αυτής παράξενης και διάχυτης αγάπης, δειλά δειλά απομακρυνθήκαμε και πήραμε ξανά τις αρχικές μας θέσεις.
   Έκπληκτη η γιαγιά μου είπε : «Για δύο ολόκληρα χρόνια έκανα μεγάλο αγώνα. Πέρασα δυο χρόνια αγωνίας και με την προσευχή και την βαθιά μου πίστη κατάφερα να τον κάνω να με αφήσει να τον αγγίξω. Να τον χαϊδέψω! Είναι ένα χαρισματικό αυτιστικό παιδί που δεν επιτρέπει σε κανέναν, όχι μονάχα να τον αγκαλιάσει όπως έκανες μόλις τώρα εσύ, αλλά ούτε καν να τον αγγίξουν επιτρέπει!
   Εκεί, σ’ εκείνο το παραμυθένιο ξωκλήσι όπου τυχαία φέτος βρέθηκα, λίγο πριν την Ανάσταση, πήρα κι έδωσα, την πιο ζεστή ιδιαίτερη αγκαλιά της ζωής μου.

Σ’ άγνωστο μέρος, με έναν άγνωστο άγγελο!  

Χριστός Ανέστη!!!